Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην γειτονιά μας «τρέχουν» και τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα το ένα μετά το άλλο με τέτοιο ρυθμό που μόνο ανησυχία μπορεί να εμπνέουν σε κάθε λογικό άνθρωπο για το που οδηγούνται τα πράγματα, με τους γείτονες που έχουμε αλλά και τους εδώ επαγγελματίες «καθησυχαστές» οτι όλα είναι υπό έλεγχο...
Είναι πολλοί αυτοί που θέλουν να απασχολείται η Τουρκία με την Ελλάδα ώστε να κάνουν τις «μπίζνες» τους ανενόχλητοι και βεβαίως να πωλούν και τα όπλα τους, εδώ και αλλού, και οτι άλλο…
Κάπως έτσι, φτάσαμε και στην Μικρασιατική Καταστροφή πριν 100 και κάτι χρόνια και πρέπει να προσέχουμε πολύ για να μην ζήσουμε και την Αιγαιοπελαγήτικη Καταστροφή…
Σε αυτό το πλαίσιο, η βαρύνουσας σημασίας ανάλυση του διαπρεπή Διεθνολόγου κ. Γιάννη Χουβαρδά που παρατίθεται ακολούθως θα πρέπει να μας βάζει σε σκέψεις για το τι μας έρχεται βραχυμεσομακροπρόθεσμα και ο νοών νοείτω…
26-8-2026
Γράφει ο Γιάννης Χουβαρδάς, Διεθνολόγος – Πολιτικός Επιστήμων

Η ομιχλώδης ελληνοτουρκική σχέση και η επικίνδυνη πολιτική της Αθήνας
Η «ομίχλη» επιστρέφει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Τα δύο θαλάσσια πάρκα που ανακήρυξε η Τουρκία σε βόρειο Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο ακολουθούν τη λογική της μέσης γραμμής, αγνοώντας την επήρεια των νησιών σε ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδα. Μία εξέλιξη που συμβαδίζει με την Τουρκική θέση και προδιαγράφει μία οριοθέτηση που μειώνει την περιοχή δυνητικής ελληνικής δικαιοδοσίας (UNCLOS) μεταξύ της Λήμνου και της Σαμοθράκης, ενώ απομονώνει το Καστελόριζο απ’ αυτή. Ακόλουθα, οι αμφιβολίες για το αν τα «νερά» μεταξύ των δύο χωρών θα είναι «ήρεμα» το επόμενο διάστημα εντείνονται.
Άλλωστε, οι ατζέντες της Αθήνας και της Άγκυρας στην περιοχή παρουσιάζουν έντονες αντιθέσεις. Η πρώτη θέλει να αποτελεί περιφερειακή δύναμη, προσδοκώντας ένα ελίτ μερίδιο κέρδους για το Ελληνικό κεφάλαιο στους άξονες Μαύρη Θάλασσα-Αν. Μεσόγειος και Βαλκάνια-δυτ. Ασία. Η άλλη επιθυμεί να είναι πολυπεριφερειακή και μελλοντικά μεγάλη δύναμη, αναδεικνύοντάς το Τουρκικό κεφάλαιο σε πρωταγωνιστή στους άξονες Αν. Ευρώπη-Κεντρ. Ασία και Κέρας Αφρικής-Βαλτική. Σε αυτό το φόντο, οι προϋποθέσεις για μεταξύ τους εντάσεις είναι μόνιμα παρούσες.
Το Αιγαίο και η Αν. Μεσόγειος βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο. Αιτία είναι η κεντρική θέση τους στη σύνδεση Ερυθράς και Μαύρης Θάλασσας, μέσω Σουέζ και Δαρδανελίων, αλλά και στη σύνδεση του Λεβάντε με τη Μεσόγειο, με κομβικό χώρο την Κύπρο. Δύο δρόμοι καθοριστικοί για την κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και την επιρροή της στις γειτονιές της, αλλά και για τη σφαίρα επιρροής της Τουρκίας στο μεταοθωμανικό χώρο με τις απολήξεις της στον Τουρανικό και Ισλαμικό χώρο. Πρόκειται δηλαδή για δύο πεδία που συνδέονται άμεσα με τη στρατηγική των δύο χωρών.

Μία συσχέτιση που απορρέει από την οικονομική κυρίως σημασία τους. Το status quo σε Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο κρίνει τη θέση της Ελλάδας ως εφοδιαστικού και ενεργειακού κόμβου, καθώς και τους όρους συμμετοχής της στην εκμετάλλευση του πλούτου στο άμεσο περιβάλλον της. Αντίστοιχα καθορίζει τη θέση της Τουρκίας ως κεντρικού κόμβο εφοδιασμού και ενέργειας στην Άφρο-Ευρασία, αλλά και ως ηγέτη στην εκμετάλλευση του πλούτου στις διάφορες περιφέρειες που αφορούν την επιρροής της. Έτσι, τα δύο πεδία αποτελούν διαχρονικά το «μήλον της έριδος» μεταξύ τους.
Σε αυτή τη βάση, εξελίσσεται η διαμάχη τους για τις θαλάσσιες ζώνες. Αυτή μάλιστα οξύνθηκε με την εύρεση υδρογονανθράκων (υ/α), δη φυσικού αερίου (φα), στην περιοχή, αλλά και μετά με την αναβάθμιση της ηλεκτρικής ενέργειας και των ΑΠΕ. Η άνοδος στο ιμπεριαλιστικό σύστημα της σημασίας της ενεργειακής ασφάλειας ενέτεινε τις αντιπαραθέσεις για τα σχεδιαζόμενα ή εν εξελίξει ενεργειακά σχέδια, ενώ ήδη αυτά αξιοποιούνταν για την «προβολή σημαίας» σε χώρους που οι δύο χώρες διεκδικούν. Αγωγοί φα, καλώδια ηλεκτρικής σύνδεσης, θαλάσσια πάρκα εντάχθηκαν σε αυτό το πλαίσιο.
Όμως, η πολιτική των δύο χωρών για το θέμα οριοθετείται από τη θέση τους στη διεθνή κατανομή ισχύος. Η Ελλάδα ως περιφερειακή δύναμη της Ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής θέλει τη χρήση αυτής για τη ρυμούλκηση της Τουρκίας σε έναν συμβιβασμό, μέσω της εξισορρόπησης των πιέσεων και την «εξαγορά» της τελευταίας. Η Τουρκία ως αυτόνομος και πολυπεριφερειακός Νατοϊκός δρών κινείται πολυδιάστατα και σε διάφορες κατευθύνσεις για την ώθηση της Ελλάδας σε υποχωρήσεις. Σε αυτή την κατεύθυνση, οι δύο χώρες κινητοποιούνται για την αναζήτηση ισχύος.
Έτσι, ο ανταγωνισμός μένει κυρίαρχος στη σχέση τους. Η Αθήνα επιθυμεί έναν συμβιβασμό που θα τη γλιτώνει από στρατηγικές απώλειες και θα «ξεκλειδώνει» ελληνοτουρκικές συμπράξεις σε πεδία κοινού ενδιαφέροντος. Η Άγκυρα επιδιώκει την «πρόσδεση» της Αθήνας στο «άρμα» της και την αναγνώριση της απ’ αυτή ως μητροπολιτικό κέντρο. Συνακόλουθα, η ένταση επανέρχεται διαρκώς μεταξύ τους.

Ρόλο καταλύτη στις εξελίξεις έχει η εξέλιξη των διεθνών ισορροπιών ισχύος. Ως την 28η Φλεβάρη 2026 η προώθηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στη δυτική Ασία και η σταθερότητα του μετώπου στην Ουκρανία έδιναν τον τόνο. Μία Αμερικανοκεντρική αρχιτεκτονική οικοδομούνταν στην περιοχή με «κάστρο» το Ισραήλ και «πύργους» την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία (ΒΣΑ), και το status quo στην Ευρώπη έμενε σχετικά σταθερό. Έκτοτε η κάμψη της Ουκρανικής άμυνας στο Ντομπάς και η άνοδος του Ιράν, μετά την αποτυχημένη επίθεση των ΗΠΑ, Ισραήλ εναντίον του, φέρνουν νέα δεδομένα. Μία περισσότερο τοπική τάξη αναδύεται στη δυτική Ασία, με το Ιράν να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο, τους Τουρκία, ΒΣΑ, Πακιστάν να διακρίνονται ως πυλώνες και την Κίνα να διαφαίνεται ως «χορηγός», ενώ οι ισορροπίες στην Ευρώπη διαταράσσονται. Ως συνέπεια, το «κάδρο» της ελληνοτουρκικής σχέσης γίνεται διαφορετικό.
Ακόλουθα, η δυναμική της αλλάζει. Αρχικά η ελληνοισραηλινή προσέγγιση, οι αντιθέσεις Ισραήλ-Τουρκίας και η προέλαση της Τουρκίας στη Συρία συντηρούσαν εντάσεις, αλλά μικρής κλίμακας. Το καλώδιο Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ και το θαλάσσιο Σήμερα, η ενίσχυση της θέσης της Τουρκίας, παράλληλα με τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει, αλλά και η αυξανόμενη πίεση που δέχονται η Ελλάδα και το Ισραήλ, αλλάζουν το παιχνίδι. Η πολιτική της Άγκυρας γίνεται πιο οξεία με την εμφάνιση του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και την ανακήρυξη των θαλάσσιων πάρκων. Ως εκ τούτων, η ελληνοτουρκική σχέση παρουσιάζει σημάδια έντονης επιδείνωσης.
Το διεθνές τοπίο ευνοεί τις αξιώσεις της Άγκυρας, δικαιώνοντας για την ώρα την πολιτική τήρησης ισορροπιών που ακολουθεί στις μεγάλες διεθνείς συγκρούσεις της εποχής. Το Αμυντικό Σύμφωνο της Μέκκα και η πρόσφατη σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα την αναδεικνύουν σε βασικό πυλώνα εξισορρόπησης της Ρωσίας και του Ιράν, αναβαθμίζοντας τη στο Δυτικό πλαίσιο. Ο μεσολαβητικός ρόλος της μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν και Ρωσίας-Ουκρανίας συνδυαστικά με τη διαχρονική απροθυμία της να εφαρμόσει τις κυρώσεις που επέβαλαν οι ΗΠΑ σε Μόσχα και Τεχεράνη την καθιστούν αναγκαίο συνομιλητή των τελευταίων, διασφαλίζοντας κάποια ανοχή αυτών στην πολιτική της. Συνολικά, το διπλωματικό της κεφάλαιο μεγαλώνει, καθώς συνεχίζει μία δύσκολη «ακροβασία».
Αντίθετα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Η στήριξη στον πόλεμο των Ισραήλ, ΗΠΑ και στη Νατοϊκή πολιτική στην Ουκρανία επιδείνωσε πολύ τη σχέση της με το Ιράν και τη Ρωσία. Η εξέλιξη των μετώπων αυξάνει την εξάρτηση της πρόσβασης της σε ζωτικές οδούς εφοδιασμού (Ορμούζ, Λεβάντε, Ερυθρά Θάλασσα, Μαύρη Θάλασσα) από μη φιλικές χώρες (Ρωσία, Ιράν) ή από σχήματα συνεργασία που μετέχει η Τουρκία. Η διαφαινόμενη μείωση της επιρροής των ΗΠΑ, Ισραήλ και τα προβλήματα της ΕΕ αυξάνουν τις εξαρτήσεις τους από την Άγκυρα, στερώντας τους σημαντικές δυνατότητες σχετικά με τον περιορισμό της. Επόμενα, τα περιθώρια που διαθέτει η Αθήνα στην εξισορρόπηση των Τουρκικών αξιώσεων στενεύουν επικίνδυνα.

φωτογραφίες αρχείου
Οι αντιδράσεις κρίσιμων εταίρων της Ελλάδας για τα Τουρκικά θαλάσσια πάρκα είναι ενδεικτικές. Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και η ΕΕ δεν προέβησαν, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, σε κάποια τοποθέτηση για το θέμα. Μόνο μία παλαιότερη έκθεση της Ευρωπαϊκής επιτροπής αναφέρεται σε κινήσεις της Τουρκίας που αμφισβητούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας. Όμως και αυτές οι αναφορές σχετικοποιούνται υπό το βάρος συνεχών δηλώσεων αξιωματούχων της ΕΕ και μεγάλων Ευρωπαϊκών χωρών για την αξία της Άγκυρας ως συμμάχου και εταίρου. Για την ώρα, η Αθήνα φαίνεται να αντιμετωπίζει μόνη της το συγκεκριμένο ζήτημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία μπορεί να επιχειρήσει την περαιτέρω κλιμάκωση των αξιώσεων της. Μία μεγαλύτερη ανάφλεξη στα μέτωπα της Ουκρανίας ή/και του Ιράν ή μία αναζωογόνηση των διπλωματικών διεργασιών, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν απ’ αυτή για την ανταλλαγή των υπηρεσιών της με την υποστήριξη των θέσεων της ή/και με την άσκηση πίεσης στην Αθήνα για υποχωρήσεις. Σε αυτές τις συνθήκες, η κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας κινδυνεύουν να ενταχθούν σε ένα «παζάρι» της Άγκυρας με Δυτικούς και όχι μόνο παράγοντες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξέλιξη της σχέσης της Ελλάδας με ΗΠΑ, Ισραήλ και κράτη της ΕΕ χρίζει προσοχής. Αυτοί οι εταίροι ίσως χρειαστούν εργαλεία άσκησης πίεσης, αλλά και προσέλκυσης της Τουρκίας, σε μια απόπειρα να την ευθυγραμμίσουν περισσότερο με την ατζέντα τους σε ζωτικά γι’ αυτούς θέματα. Αυτά αφορούν σήμερα το Ιράν και τη Ρωσία, όχι το Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο.
Μία ελεγχόμενη ελληνοτουρκική ένταση και κάποια «προώθηση» της Τουρκίας στις θαλάσσιες ζώνες, ενδεχομένως θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, με τον όρο ότι δε θα διασαλευτεί η Νατοϊκή συνοχή.
Σε αυτό το ενδεχόμενο, οι ξένοι παράγοντες θα αντιμετώπιζαν τον πειρασμό να αξιοποιήσουν την Ελλάδα. Η ισχύς αυτής σε Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο είναι στοιχείο που μπορεί να πιέσει την Τουρκία, ενώ μία απόπειρα μείωσης των Ελληνικών αξιώσεων σε θαλάσσιες ζώνες αποτελεί ένα σχετικά χαμηλού κόστους και ρίσκου αντάλλαγμα που δύνανται να της προσφέρουν. Μία παρότρυνση της Αθήνας σε εξισορροπητικές κινήσεις και έπειτα μία «εγκατάλειψη» ή συμβουλή για αποκλιμάκωση κατά τη διάρκεια της αναμενόμενης Τουρκικής απάντησης, θα ήταν μια τακτική γνωστή στη διεθνή πολιτική και συμβατή με το ιστορικό της εξωτερικής πολιτικής τους. Σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί στο ρόλο του «χρήσιμου ηλίθιου»
