Πρέσβης Τυνησίας ▪ Στη Βουλή των Ελλήνων με αντιπροσωπεία της κοινοβουλευτικής Ομάδας Φιλίας Τυνησίας – Ελλάδας

Οι ιστορικοί και πολιτιστικοί δεσμοί Ελλάδας και Τυνησίας συνιστούν ισχυρότατη βάση για περαιτέρω εμβάθυνση των διμερών σχέσεων

23-7-2026

Βουλευτές από τη Διαρκή Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων και την Κοινοβουλευτική Ομάδα Φιλίας Ελλάδας-Τυνησίας υποδέχθηκαν στο ελληνικό Κοινοβούλιο τετραμελή αντιπροσωπεία της κοινοβουλευτικής Ομάδας Φιλίας Τυνησίας–Ελλάδας που πραγματοποιεί διήμερη επίσημη επίσκεψη στην Αθήνα.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνάντησης που πραγματοποιήθηκε με τους Τυνήσιους βουλευτές, ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, κ. Δημήτρης Καιρίδης και το μέλος της. κ. Δημήτρης Μάντζος, υπογράμμισαν τη διαχρονική σημασία της κοινοβουλευτικής διπλωματίας ως ουσιαστικού διαύλου επικοινωνίας μεταξύ των λαών, επισημαίνοντας ότι οι ιστορικοί και πολιτιστικοί δεσμοί Ελλάδας και Τυνησίας συνιστούν ισχυρότατη βάση για περαιτέρω εμβάθυνση των διμερών σχέσεων.

φωτ.Βουλή

Ειδικότερα, ο κ. Δ. Καιρίδης, εκτίμησε ότι οι προοπτικές για πιο διευρυμένη συνεργασία με τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και ιδιαίτερα με την Τυνησία στους τομείς εμπορίου, επενδύσεων, τουρισμού και οικονομικών σχέσεων, θα μπορούσαν να υποστηριχθούν περαιτέρω υπό το πρίσμα ανάληψης της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027 και εφόσον μάλιστα εσχάτως η ΕΕ αναδεικνύει την κοινή πεποίθηση ότι η Μεσόγειος πρέπει να αποτελεί χώρο ειρήνης και σταθερότητας.
Στην παρέμβασή του, ο κ. Δ. Μάντζος συνεκτιμώντας τον ιδιαίτερο ρόλο της Ελλάδας και της Τυνησίας ως χωρών της Μεσογείου που ανέκαθεν εργάζονταν υπέρ της ειρήνης, της σταθερότητας και της καλής γειτονίας, υπογράμμισε συναφώς τη σημασία εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και επεσήμανε τον ρόλο μιας ενισχυμένης συνεργασίας στους τομείς μετανάστευσης, υποδομών, μεταφορών και τουρισμού. Υπενθύμισε μάλιστα ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερά αξιόπιστος εταίρος για την προώθηση κοινών συμφερόντων των μεσογειακών λαών, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από πλευράς τυνησιακής αντιπροσωπείας, ο επικεφαλής της, κ. Anouar Marzouki, εκφράζοντας ικανοποίηση για το φιλικό κλίμα που επεκράτησε στις συνομιλίες, ανέτρεξε στους μακραίωνους ιστορικούς δεσμούς και την κοινή πολιτιστική κληρονομιά ως βάσεις για ανταλλαγή εμπειριών επί καίριων ζητημάτων στη Λεκάνη της Μεσογείου και τον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο, με ενδεικτικά σημεία την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προκλήσεων και την ανταλλαγή καλών πρακτικών σε πεδία ενισχυτικά των δημοκρατικών θεσμών, με προεξάρχον το νομοθετικό έργο, προς ευημερία των δύο λαών.

Κατά τη συνάντηση που ακολούθησε μεταξύ των δύο Ομάδων Φιλίας, ο Πρόεδρος, κ. Μιλτιάδης Χρυσομάλλης και η Γραμματέας της Ομάδας Φιλίας Ελλάδας- Τυνησίας, κυρία Αγγελική Δεληκάρη, έδωσαν έμφαση στις κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δύο χώρες, όπως η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή και επισιτιστική ασφάλεια, η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή. Τόνισαν ότι η κοινοβουλευτική διπλωματία συνιστά πολύτιμο εργαλείο ενίσχυσης της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ιδιαίτερα όταν αυτή αναπτύσσεται μεταξύ χωρών που επιδεικνύουν βούληση για αξιοποίηση της στρατηγικά καίριας γεωγραφικής τους θέσης.

Η κ. Αγγελική Δεληκάρη, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση της Βουλής, επανέλαβε τη σταθερή ελληνική υποστήριξη στην ενίσχυση των σχέσεων της Τυνησίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ανέδειξε τις δυνατότητες διεύρυνσης της συνεργασίας σε πληθώρα τομέων, με γνώμονα το διεθνές δίκαιο και τις σχέσεις καλής γειτονίας.

Από την πλευρά της τυνησιακής αντιπροσωπείας, ο Αντιπρόεδρος της Συνέλευσης των Αντιπροσώπων του Λαού της Δημοκρατίας της Τυνησίας, κ. Anouar Marzouki, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα και η Τυνησία καλούνται να συνεργαστούν ακόμη στενότερα για την αντιμετώπιση των κοινών προκλήσεων, ιδίως στο πεδίο της παράτυπης μετανάστευσης, της προστασίας των θαλάσσιων συνόρων και της περιφερειακής ασφάλειας, επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη κοινών ευρωπαϊκών και διεθνών πολιτικών που θα αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες των κοινών προβλημάτων.