Δημήτρης Τσαϊλάς: Με την παρουσία μας (στην Ευρώπη) θα ζητήσουμε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στα θέματα τουρκικό casus belli, αποχώρηση στρατευμάτων κατοχής από την Κύπρο

6-6-2024

Ο Υποναύαρχος ε.α. και υποψήφιος ευρωβουλευτής, Δημήτρης Τσαϊλάς μέσα από τον δημόσιο λόγο του δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει πράγματα και καταστάσεις. Μιλά ρεαλιστικά και έξω από τα δόντια για αυτό άλλωστε και στο Diplomatic Point φιλοξενούνται τα άρθρα του.
Εν μέσω προεκλογικής περιόδου του ζητήσαμε να μας αφιερώσει λίγο από τον πολύτιμο χρόνο του για μια συνέντευξη. Ως ευγενέστατος κύριος που είναι δέχτηκε χωρίς διστσγμό.
Με την αμεσότητα και την καθαρότητα του λόγου που διακρίνει τους απόστρατους Αξιωματικούς του περήφανου ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού μιλά χωρίς υπεκφυγές για το Κυπριακό αναλύοντας μας με σαφήνεια τους πυλώνες της τουρκικής στρατηγικής αλλά και το εν εξελίξει γεωπολιτικό παιχνίδι. Επίσης, αναφέρεται στους στόχους της Τουρκίας για ένα ταχύτατης κατάληψης ενδεχόμενο χτύπημα στην Ελλάδα ώστε να ελέγχει της ζωτικής σημασίας θαλάσσιες ζώνες. Εξάλλου, η προοπτική ενός πολέμου με την Τουρκία είναι κάτι που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
Με την έμπειρη ματιά του Βετεράνου Αξιωματικού του ΠΝ εστιάζει στην τουρκική αντίληψη μιας πιθανής σύγκρουσης με την Πατρίδα μας, το πώς αυτή θα εξελισσόταν και με βάση τους δύο μεγάλους Στρατηγούς, του Πρώσου Carl von Clausewitz και του Κινέζου Sun Tzu, μας δείχνει τον τρόπο σκέψης της γειτονικής χώρας εξ Ανατολών.
Αναφέρθηκε στις ανάγκες επικαιροποίησης της Ναυτικής Στρατηγικής περιγράφοντας και την παρούσα εξοπλιστική εικόνα του Πολεμικού μας Ναυτικού και παράλληλα φωτίζει με ειλικρίνεια πτυχές της σχεδιαζόμενης απόκτησης πλοίων παράκτιας μάχης από τις ΗΠΑ για τις οποίες έχει προηγηθεί έντονος σχολιασμός στα μέσα ενημέρωσης, εδώ και καιρό.
Μας αναλύει την αυριανή μας ναυτική εξοπλιστική εικόνα συγκριτικά με το τουρκικό ναυτικό και εφιστά την προσοχή στην αναγκαιότητα μιας Εθνικής Στρατηγικής αποτροπής και άμυνας με σημείο αναφοράς το νησιωτικό θαλάσσιο χώρου του Ελληνισμού.
Από τα λόγια του διαφαίνεται η σωστή σχεδίαση για τον έλεγχο του Αιγαίου Πελάγους, των θαλασσίων ζωνών νοτίως της Κρήτης και της Ανατολικής Μεσογείου ευρύτερα, και βεβαίως τις διατάξεις που θα πρέπει να υπάρχουν για αντιμετώπιση εχθρικών κινήσεων.
Επικεντρώνει το ενδιαφέρον μας στις πολυχωρικές επιχειρήσεις του σύγχρονου πολέμου, τη διακλαδικότητα αλλά συνάμα στην περιπλοκότητα που έχει επιφέρει η τεχνολογική εξέλιξη στον πόλεμο, βάζοντάς μας στον τρόπο σκέψης ενός πεπειραμένου στρατιωτικού αναλυτή.
Μας θέτει τα τρία βασικά στοιχεία που θα έπρεπε η Ελλάδα να προτάξει ώστε να έχει μία επιτυχημένη στρατηγική προοπτική και μας παρουσιάζει την άποψή του για την ελληνική συμμετοχή στην Επιχείρηση Ασπίδες στην Ερυθρά Θάλασσα.
Κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία και θέτει τα εύλογα ερωτήματα που δημιουργούνται από μία αποστολή στρατευμάτων εκεί.
Καταλήγοντας, μας προβάλλει τους άξονες που θα κινηθεί η ευρωπαϊκή του προσπάθεια καθώς είναι υποψήφιος στις ευρωεκλογές με το ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ.

-Κύριε Ναύαρχε, φέτος συμπληρώνονται 50 έτη από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, για να μην ξεχνάμε και την Μεγαλόνησο ενώ η γειτονική Τουρκία παρά τα δήθεν καθησυχαστικά κάνει αποβατικές ασκήσεις στο Αιγαίο. Πως εκτιμάτε ότι θα εξελιχθούν τα πράγματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις;

Μετά την εισβολή στην Κύπρο, η Τουρκία αποκαλύφθηκε ως η άμεση στρατιωτική απειλή για το σύνολο του Ελληνισμού. Εν τω μεταξύ το τρίπτυχο της τουρκικής στρατηγικής βασίζεται: πρώτον, στη χρήση των περιοχών όπου υφίστανται, κατά την τουρκική άποψή και μόνο, νομικές ατέλειες, προκειμένου να υπερασπιστεί την ικανότητά τους να συνεχίσουν τη δρομολόγηση προκλήσεων στην Ελλάδα και την Κύπρο. Δεύτερον στην προσπάθεια να αφομοιώσει ο διεθνής παράγοντας τις συνεχείς και πολλαπλές απαιτήσεις του εχθρού με την προοπτική να καθιστά δύσκολο για τις Ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, προκειμένου να αποτρέψουν τη δρομολόγηση και την καταπολέμηση των δυνατοτήτων τους. Και τέλος, στην αυξανόμενη χρήση του υβριδικού πολέμου, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η ελευθερία της λειτουργίας των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στον υψηλότερο δυνατό βαθμό με σκοπό  να αποτρέψουν τις Τουρκικές διεκδικήσεις.

Αυτές είναι οι πιο σημαντικές προκλήσεις, που απαιτούν μια περιεκτική, διεπιστημονική απόκριση της ασφάλειας, στην οποία το στρατιωτικό στοιχείο είναι μόνο ένας από τους πολλούς μηχανισμούς αντιμετώπισης. Έτσι το γεωπολιτικό παιχνίδι βασίστηκε σε μια απλή μονοδιάστατη προϋπόθεση. Η μόνη αντιπαλότητα ήταν μεταξύ των αντίστοιχων στρατιωτικών δυνάμεων, και κάθε πλευρά εξαρτιόταν από την άλλη πλευρά για να μην τραβήξει τη σκανδάλη.

Τώρα η «αποκάλυψη» ότι ο στρατός της Τουρκίας σχεδιάζει έναν γρήγορο πόλεμο με την Ελλάδα δεν πρέπει να σοκάρει κανέναν. Όλες οι ασκήσεις που εκτελούνται από τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις σκοπό έχουν την κατάληψη νήσων ή εδαφών του Ελληνικού χώρου. Δεν υπάρχει Έλληνας που να μη πιστεύει ότι η Τουρκία προετοιμάζεται για έναν «σύντομο, οξύ πόλεμο» με τον Ελληνισμό για τον έλεγχο των θαλασσίων ζωνών και περιοχών.

Ποιος δεν φαντάζεται ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις προετοιμάζονται για ένοπλη σύγκρουση σε καιρό ειρήνης; Ή ότι προτιμούν να πολεμούν σύντομους, οξείς πολέμους παρά μακροχρόνιους, βαρετούς;

Τι άλλο πρέπει να κάνουν οι ηγεσίες των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων από το να σχεδιάσουν έναν πόλεμο για να υποστηρίξουν αυτό που η πολιτική ηγεσία προφανώς θεωρεί σημαντικό εθνικό συμφέρον; Μισώ τα μισόλογα και δεν με νοιάζει να φανώ συμπαθητικός. Αλλά αυτή είναι η πεποίθηση μου και διαμορφώνεται από την τουρκική πολιτική, όχι από την τουρκική θαλάσσια στρατηγική ή τους εκτελεστές της. Οι ένοπλες δυνάμεις υπάρχουν για να παρέχουν επιλογές στους πολιτικούς ηγέτες τους σε περιόδους δυσκολίας. Το να σκέφτονται το αδιανόητο και να προετοιμάζονται από πριν αν οι πολιτικοί θεωρούν το αδιανόητο σκεπτικό ότι είναι αυτό που πρέπει να κάνουν.

Πράγματι, οι στρατιωτικοί διοικητές διαπράττουν κακή υπηρεσία εάν αποτύχουν σε αυτή τη βασική λειτουργία. Αντιστρέψτε τα πράγματα και δείτε τα από την Ελληνική σκοπιά. Είναι αφελές να αναρωτιόμαστε, για παράδειγμα, «ποιος εξουσιοδότησε τις προετοιμασίες για πόλεμο με την Τουρκία;» Λοιπόν, οι συντάκτες του Συντάγματος προφανώς δεν περίμεναν ότι οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα ήταν διακοσμητικά φυτά σε γλάστρες, όταν ενέκριναν προϋπολογισμούς να αυξηθεί η εθνική άμυνα και να διατηρήσουμε αξιόμαχες τις Ένοπλες Δυνάμεις για να διεξάγουν πόλεμο. Όλοι αυτοί περίμεναν, όπως και οι σημερινοί αξιωματούχοι αναμένουν, οι στρατιωτικοί διοικητές να εντοπίσουν μέσα από το σκοτεινό γυαλί το μέλλον και να προετοιμαστούν για τα πιο επακόλουθα απρόοπτα, τα πιο πιθανά απρόοπτα ή και τα δύο. Εξ ου και οι προσπάθειες της Ελλάδας να αντιμετωπίσει τον πόλεμο κατά των προσπαθειών και άλλων τουρκικών καινοτομιών. Πιστεύουν πραγματικά οι σχολιαστές της ειρηνικής διαπραγμάτευσης ότι οι αξιωματούχοι της Τουρκίας θα απέφευγαν το καθήκον τους; Δεν ελπίζει κανείς. Οι Τούρκοι στρατηγοί είναι υποχρεωμένοι να προετοιμαστούν για πιθανά και σοβαρά απρόοπτα, όπως ακριβώς προετοιμάζεται και ο Ελληνισμός. Το να παίρνουμε στα σοβαρά την προοπτική του πολέμου είναι μέρος αυτού του καθήκοντος και από τις δύο ακτές του Αιγαίου.

Το πως θα εξελιχθούν οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις, είναι το ενδιαφέρον μέρος της συζήτησης. Σε πολύ γενικούς όρους, υπάρχουν δύο όψεις στη στρατηγική κουλτούρα. Η πρώτη ευνοεί τον παρατεταμένο πόλεμο, ενώ η δεύτερη επιβραβεύει την ταχεία, αποφασιστική νίκη. Μπορούμε να βάλουμε το πρόσωπο του Κλαούζεβιτζ στην πρώτη, και του Σουν Τζου στο δεύτερο. Αλλά η Τουρκία προτιμάει πραγματικά τις Κλαουζεβιτσιανές μεθόδους παρατεταμένου πολέμου; Η Άγκυρα λύνει αυτόματα τις ένοπλες συγκρούσεις; Όχι. Ακόμη και για τον Κλαούζεβιτζ, η συμβατική νίκη είναι ο απώτερος στόχος, η παράταση είναι απλώς σκόπιμο σε καταστάσεις όπου η Τουρκία ξεκινά ως ο πιο αδύναμος μαχητής.

Εάν η Τουρκία ξεκινήσει ως ο ισχυρότερος ανταγωνιστής, τότε γιατί δεν θα ακολουθούσε τον πιο γρήγορο και σίγουρο δρόμο προς την επιτυχία; Ο Sun Tzu προειδοποιεί ότι κανένας παρατεταμένος πόλεμος δεν ωφελεί ποτέ το κράτος. Τέτοιες συγκρούσεις απομυζούν τους πόρους, ενώ αφήνουν το κράτος ευάλωτο σε ληστρικούς γείτονες – ακόμη και στη νίκη. Όντας έτσι, γιατί να μην λάβετε υπόψη τη σοφία του Sun Tzu εάν η Τουρκία είναι ο ισχυρότερος ανταγωνιστής στην Ανατολική Θάλασσα του Αιγαίου; Η Άγκυρα είναι αναμφίβολα ικανοποιημένη να κερδίσει μέσω των μεθόδων του κινέζου θεωρητικού του πολέμου, αν μπορεί.

Όσο επικριτικός κι αν ήταν, ο Κλαούζεβιτζ για τους σύντομους πολέμους άφησε μια παρακαταθήκη στους ηγέτες και τους συμβούλεψε σοφά να μην αφήσουν στρατηγικά δόγματα ή «φλυαρίες», να κυριαρχούν στις συζητήσεις για στρατηγικά και επιχειρησιακά ζητήματα. Δήλωσε μια πιο ευέλικτη προσέγγιση που εξαρτάται από τη σχετική ισχύ. Σε αυτή την περίπτωση, τουλάχιστον, μπορεί να είναι σοφό να ακούσουμε τον στρατηγό που κραδαίνει την «Τέχνη του Πολέμου». Εάν η Άγκυρα αντιμετωπίσει μια ενωμένη συμμαχία Ελληνισμού-ΗΠΑ-ΕΕ, μπορεί να κλίνει προς την παρατεταμένη προσέγγιση. Εάν η συμμαχία παρουσιάσει ρωγμές, υποδηλώνοντας ότι η Τουρκία μπορεί να κάνει συζητήσεις «καζάν καζάν» με μια ομότιμη ή πιο αδύναμη Ελλάδα, τότε η Άγκυρα μπορεί να απολαύσει τις προκλήσεις του για τις μεθόδους του Sun Tzu. Μπορεί να χτυπήσει ξαφνικά, σαν γεράκι όπως συμβουλεύει ο μεγάλος δάσκαλος του πολέμου.

Φ/Γ ΥΔΡΑ (F 452)-φωτ.αρχείου

-Τα εξοπλιστικά πως τα βλέπετε ως Βετεράνος Αξιωματικός; Ειδικά στο  Πολεμικό Ναυτικό; Είναι προς την σωστή κατεύθυνση; Η Ελλάδα είχε μείνει πίσω στους εξοπλισμούς και τώρα δίνει όπλα και σε άλλες χώρες. Είναι πρέπον αυτό; και δη στην περίοδο που διανύουμε και δεχόμενοι συνεχείς απειλές; Στείλαμε και Φρεγάτα στην Ερυθρά Θάλασσα, έχουμε την πολυτέλεια για κινήσεις αυτού του είδους;

Αναμφίβολα στο ΓΕΕΘΑ οι σκέψεις θα περιλαμβάνουν συνεχή ενημέρωση στην πολεμική σχεδίαση και εμβάθυνση των στρατιωτικών συνεργασιών και συμμαχιών. Επίσης θα πρέπει να είναι περήφανοι για το αξιόμαχο και το ετοιμοπόλεμο των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, που αποδεικνύεται από τις επιτυχημένες αποστολές και τις επιχειρησιακές συμμετοχές. Ωστόσο η μεγάλη πρόκληση για την ηγετική ομάδα του ΓΕΕΘΑ είναι να διατηρήσει την αποτροπή και τη δυναμική στον αγώνα προς μια ευνοϊκή κατάληξη σε μια πιθανή σύγκρουση με τον εχθρό. Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν, θα είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι η έννοια της αποτροπής και της άμυνας στον Χώρο του Ελληνισμού, είναι μια κοινή επιχείρηση συνδυασμένων όπλων που περιλαμβάνει τον κρίσιμο θαλάσσιο τομέα, όπου οι αεροναυτικές δυνάμεις θα κληθούν να απαγορεύσουν στον εχθρό να πλησιάσει την ελληνική ακτογραμμή που υποστηρίζεται από το Στρατό Ξηράς.

Για να επιτευχθεί αυτή η αποστολή πρέπει να γυρίσουμε το βλέμμα προς τη θάλασσα. Η Ναυτική Στρατηγική δεν έχει ενημερωθεί τα τελευταία τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Η αναγκαία ανασύσταση και ο επιθυμητός εκσυγχρονισμός του Στόλου με πρόσκτηση νέων μονάδων κρούσεως και έναρξης εργασιών στα ελληνικά ναυπηγεία παρέχει την τέλεια ευκαιρία για να ξεκινήσει η συζήτηση για μια ναυτική στρατηγική για την αντιμετώπιση των σύγχρονων απειλών.

Οι Φρεγάτες είναι οι κύριες μονάδες κρούσεως του Ελληνικού Στόλου, δηλ. τα σκάφη, που αναλαμβάνουν  την κύρια ευθύνη για να επιτευχθεί θαλάσσια κυριαρχία. Στην παρούσα φάση η Διοίκηση Φρεγατών έχει τέσσερεις (4) οριακά αξιόμαχες Φρεγάτες Meko 200HN και εννέα (6+3) Φρεγάτες STANDARD (Kortenaer–class Frigate/τύπου Έλλη) ήσσονος πολεμικής αξίας, ναυπηγημένες μεταξύ 1978 και 1985. Έχει δρομολογηθεί η απόκτηση τριών (3) σύγχρονων Φρεγατών κλάσεως Κίμων (FDI HN) από τη Γαλλία, οι οποίες προβλέπεται να ενταχθούν στο ΠΝ το 2025-2026 και να καταστούν αρκετά γρήγορα επιχειρησιακές.

Ο εκσυγχρονισμός «μέσης ζωής» των Φρεγατών Meko 200HN, που μετρούν από 26 έως 32 χρόνια χρήσης, έχει νόημα προκειμένου ν` αντιμετωπισθεί η καταπόνηση των σκαφών, του προωστηρίου σκεύους και των ηλεκτρομηχανολογικών τους συστημάτων, καθώς και για να  εκσυγχρονισθούν τα συστήματα μάχης. Ωστόσο, επειδή το συνολικό κόστος ακυρώνει την ίδια τη σκοπιμότητα του εγχειρήματος, οδηγούμαστε μοιραία σε εκπτώσεις και συμβιβασμούς (υπό τον ευφημισμό της «αναβάθμισης δυνατοτήτων») που θα αποδώσουν πλοία προβληματικά και στην πράξη βραχύβια.

Επισήμως, δια στόματος Πρωθυπουργού, επιβεβαιώθηκε ότι σχεδιάζεται η απόκτηση δύο ή τεσσάρων  πλοίων παράκτιας μάχης τύπου Freedom από τις ΗΠΑ, αυτά  που αποσύρουν οι ίδιοι οι Αμερικανοί αφού κριθήκαν ακατάλληλα. Αυτή η «λύση» δεν προσθέτει  κύριες μονάδες μάχης στο ΠΝ, γιατί δεν είναι δυνατόν  πλοία αυτής της κατηγορίας να εκτελέσουν τις αποστολές που επιτελούν οι Φρεγάτες. Τα πλοία αυτά έχουν σχεδιασθεί κυρίως για παράκτιες μόνον επιχειρήσεις σε συνεργασία με άλλες μονάδες που διαθέτει το Αμερικανικό ναυτικό  και όχι εμείς, κατατρύχονται δε από μείζονα τεχνικά προβλήματα και φέρουν τόσο ανεπαρκή οπλισμό, ώστε για να  λειτουργήσουν  και επιχειρήσουν καθ` οιονδήποτε τρόπο στο πλαίσιο του ΠΝ απαιτείται δυσθεώρητο κόστος. Εν κατακλείδι, ποιος θα αγόραζε αυτοκίνητο του οποίου ο κατασκευαστής έχει διακόψει την παραγωγή επειδή οι δοκιμές  στους δρόμους κατέδειξαν μια σειρά από αποτυχημένες τεχνικές επιλογές;

Το φθινόπωρο του 2020 εξαγγέλθηκε «η παραγγελία τεσσάρων Φρεγατών πολλαπλού ρόλου και ο εκσυγχρονισμός και η αναβάθμιση τεσσάρων Φρεγατών Meko». Μέχρι σήμερα, παραγγέλθηκαν  τρεις φρεγάτες (FDI HN), έναντι  3 δις ευρώ και κάτι ψιλά. Είναι δεδομένες  οι-από το 2025 και εφ` εξής- αυξημένες  απαιτήσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας και, επίσης, δεδομένο είναι ότι ούτε  ο (προσδοκώμενος) τουρισμός  ούτε το real estate θα ξεκολλήσουν την χώρα από την  οικονομική της στασιμότητα. Συνεπώς, μόνη και αναγκαστική οδός για την επιβίωση του ΠΝ ως μάχιμης δύναμης  προβάλλει  ο περιορισμένος, εμβαλωματικός «εκσυγχρονισμός» δύο ή τριών Ελληνικών Meko. Τα μυθεύματα περί αποκτήσεως φρεγατών κλάσεως Constellation εκτοπίσματος 7.000 τόνων παραπέμπουν στο μακρινό  και άδηλο μέλλον. Όταν όσοι σήμερα τα διακινούν ως Υπουργοί Άμυνας  είτε θα έχουν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο, είτε βασίμως θα ενίστανται  ότι λόγω προκεχωρημένης  ηλικίας  είναι πλέον  unfit to stand a trial…

Το τελικό συμπέρασμα είναι πως  για την επόμενη δεκαετία ο πυρήνας των πλοίων επιφανείας του ΠΝ θα είναι τρεις (3) φρεγάτες σύγχρονες και πλήρεις τις οποίες θα πλαισιώνουν άλλες  δύο έως πέντε (2-5) παλαιότερες. Άρα, συνολικά πέντε έως οκτώ (5-8) αξιόμαχες κύριες μονάδες επιφανείας. Σήμερα, το Τουρκικό Ναυτικό διαθέτει 15 φρεγάτες και 4 κορβέτες, ενώ στο όχι τόσο μακρινό 2030, προβλέπεται να παρατάσσει  τουλάχιστον τον ίδιο αριθμό κυρίων μονάδων επιφανείας, από τις οποίες τα ¾  θα είναι ναυπηγημένες στην Τουρκία κατά την περίοδο 2018-2030. Ο καθένας, λοιπόν, μπορεί ν` αντιληφθεί ότι είναι οι επιλογές και παραλείψεις της πολιτικής ηγεσίας (που έχει τον τελικό λόγο στο πόσα και τί είδους πλοία αγοράζουμε –και δεν κατασκευάζουμε!!), οι οποίες διαμορφώνουν συντριπτικό έλλειμμα ισχύος έναντι της γείτονος. Και είναι η δική μας αδυναμία και αντίστοιχα η Τουρκική ισχύς στη θάλασσα που θα καθορίσουν -όπως μας θυμίζει ο Θουκυδίδης- πόσο θα υποχωρήσουμε.

Εκτιμάται ότι θα πρέπει να αναπτύξουμε πρώτα μια εθνική στρατηγική που να λαμβάνει υπόψη ευρύτερα σχέδια αποτροπής και άμυνας. Αυτή η περιφερειακή στρατηγική θα πρέπει να οικοδομηθεί σε στενό συντονισμό και με ευαισθησία στις προοπτικές του νησιωτικού χώρου αλλά και του ευρύτερου θαλασσίου χώρου του Ελληνισμού στο σύνολο του. Επίσης θα πρέπει να περιλαμβάνει σχέδια για τη διασφάλιση του ελέγχου στο Αιγαίο και τις παρακείμενες θαλάσσιες ζώνες νοτίως της Κρήτης, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και διατάξεις για την αντιμετώπιση επιθετικών κινήσεων από τις εχθρικές μονάδες. Προς υποστήριξη αυτών των προσπαθειών, η Ναυτική Στρατηγική στη συνέχεια θα πρέπει να επικαιροποιηθεί ώστε να αντικατοπτρίζει τις νέες απειλές και την επιθυμία να διατηρήσει τις συνεργασίες με εταίρους και συμμάχους με κοινές διαδικασίες και συμβατά αμυντικά συστήματα.

Όλες οι νέες στρατηγικές ξεκινούν αναγκαστικά με μια συζήτηση για τους σκοπούς, τους τρόπους και τα μέσα. Πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε τι συνιστά νέα απειλή που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις προκειμένου να διασφαλίσουν ένα ελεγχόμενο και ασφαλές θαλάσσιο περιβάλλον. Ο σύγχρονος πόλεμος απαιτεί Στρατηγική υπεροχή με το μέλλον προσανατολισμένο στις πολυχωρικές επιχειρήσεις.  

Χρειάζεται να προχωρήσουμε σε διακλαδικές επιχειρήσεις πολυχωρικών μαχών, στον πυρήνα των οποίων, αναγνωρίζουμε τους έξι χώρους στους οποίους δραστηριοποιούνται οι ένοπλες δυνάμεις – τον κυβερνοπόλεμο, το διάστημα, τον ΣΞ, το ΠΝ, την Αεροπορία και τον ανθρώπινο τομέα – με τα τρωτά σημεία και τις ευκαιρίες που υπάρχουν σε καθένα από αυτά. Απαιτείται μια ολιστική κατανόηση αυτών των τομέων/χώρων και τον συγχρονισμό των επιπτώσεων προς τους στόχους της αποστολής. Λόγω της προόδου της τεχνολογίας σε κάθε τομέα, ο πόλεμος έχει γίνει ακόμη πιο περίπλοκος. Ως αποτέλεσμα, τα καθιερωμένα παραδείγματα συνδυασμένων όπλων και διακλαδικού πολέμου δεν αρκούν από μόνα τους για την αντιμετώπιση αυτής της πολυπλοκότητας. Εδώ λοιπόν είναι απαραίτητη μια στρατηγική προοπτική, προς τρία καθοριστικά στοιχεία.

Πρώτον, δέσμευση για τη διασφάλιση της κυριαρχίας της Ελλάδας. Αυτό όμως θα πρέπει να περιλαμβάνει τη διεκδίκηση της κυριαρχίας στα χωρικά ύδατα των 12 ναυτικών μιλίων, και των κυριαρχικών δικαιωμάτων που ορίζονται από το Διεθνές Δίκαιο Θαλάσσης. Όπως επίσης να περιλαμβάνει την άρνηση στην Τουρκία της δυνατότητας να απειλήσει τον Ελληνισμό.

Δεύτερον, θα πρέπει να δεσμεύει την Ελλάδα να κυριαρχήσει στην άμεση γειτονιά της. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τα εδάφη με τα οποία είναι εδαφικά συνεχόμενα (Βόρεια Ήπειρος και Βόρεια Μακεδονία για παράδειγμα) όσο και να εγγυηθεί την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και τη θαλάσσια περιοχή ολοκλήρου του Ελληνισμού.

Τέλος, αυτή η στρατηγική της Ελλάδας θα πρέπει να συνεπάγεται τη διατήρηση μιας ευνοϊκής ισορροπίας δυνάμεων τόσο στις ανοικτές θάλασσες της Μεσογείου όσο και τις κλειστές του Αιγαίου. Αυτό σημαίνει μια ισορροπία που δεν θα είναι ευνοϊκή για την Τουρκία. Οπότε οποιαδήποτε απόδοση κρίσιμων οπλικών συστημάτων ή πυρομαχικών προς τρίτους χρειάζεται να αντικαθίσταται με νέα ώστε να μη διασαλευθεί η αμυντική μας ικανότητα.

Όσον αφορά τη συμμετοχή μας στην επιχείρηση της Ερυθράς με μια Φρεγάτα σας επισημαίνω ότι όποιος έχει ασχοληθεί με τη θάλασσα, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της ασφάλειας, έχει μάθει ότι ο έλεγχος των ναυτικών οδών -κυρίως των σημείων συγκέντρωσης/περάσματα- μεταφράζεται σε επιρροή, καθώς οι παράγοντες μπορούν να απειλήσουν να διαταράξουν τον ενεργειακό και εμπορικό εφοδιασμό. Γνωρίζουν επίσης ότι η μόχλευση είναι περιορισμένη, καθώς το εμπόριο προσαρμόζεται πάντα στις διαταραχές και οι αγορές σταθεροποιούνται γύρω από τη νέα κανονικότητα. Η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα καταδεικνύει αυτό το αποτέλεσμα, αν και με απροσδόκητο τρόπο. Μετά από μήνες επιθέσεων των Χούθι, ακολουθούμενες από μια σημαντική στρατιωτική απάντηση των Δυτικών, ελάχιστα έχουν επηρεάσει τις τιμές του πετρελαίου, ενώ ο αντίκτυπος στην προσφορά ήταν αμελητέος. Οι αγορές, στην πραγματικότητα, σήκωσαν τους ώμους από τη διαταραχή της Ερυθράς Θάλασσας.

Οι ροές ενέργειας έχουν πλέον εξαναγκαστεί σε δύο διακριτά κανάλια, με επίκεντρο τις μεταφορές. Αυτά συνδέουν τις αγορές όχι μόνο μέσω εμπορικών δεσμών, αλλά μέσω γεωπολιτικών σχέσεων, βελτιώνοντας την ανθεκτικότητα των ενεργειακών συνδέσεων και, κατ’ επέκταση, βελτιώνοντας την ενεργειακή ασφάλεια εν μέσω μιας διευρυνόμενης παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης.

Η διατάραξη της θαλάσσιας ασφάλειας προκαλεί κίνδυνο και αστάθεια στην παγκόσμια οικονομία –η εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία και από τη Μέση Ανατολή– έχουν πλέον αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από σχέσεις που συνδέουν τα εταιρικά κράτη μεταξύ τους για τον έλεγχο. Δεν πρέπει να αφήσουμε καμία αμφιβολία στο μυαλό του όποιου αμφισβητία της ασφάλειας, καθώς και των συμμάχων και των εταίρων μας ότι αναπόφευκτα θα συγκρουστούμε για να πάρουμε τον έλεγχο, εάν υπάρξει παραβίαση της ασφάλειας.

Ο ανταγωνισμός εν καιρώ ειρήνης ξετυλίγεται όχι με την καταδίκη των όπλων, αλλά με την προσπάθεια να επηρεάσουμε τη θέληση του αντιπάλου ότι έχουμε την ικανότητα και την βούληση να κάνουμε τη διαφορά στο αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Οι ανταγωνιστές δείχνουν τα όπλα τους για να κάνουν δηλώσεις για τη σχετική ισχύ και αδυναμία. Εφόσον η τάξη διασαλεύεται σε καιρό ειρήνης, όποιος πιστέψει ότι θα κέρδιζε σε καιρό πολέμου «κερδίζει» μια αντιπαράθεση και εν καιρώ ειρήνης. Ο στρατηγικός ανταγωνισμός είναι κυριολεκτικά ένας πόλεμος αντιλήψεων.

Οι ηγέτες του Ελληνισμού σκέφτηκαν τις κινήσεις του Στόλου ως μοχλό πολιτικής πειθούς και αποτροπής, και σχεδίασαν αναπτύξεις για να ρίξουν τη «σκιά» στον λογισμό αποφάσεων των αμφισβητιών της ειρήνης. Δηλαδή, θα τους αναγκάσουν να συνυπολογίσουν τι θα μπορούσαν να κάνουν οι θαλάσσιες δυνάμεις της Ελλάδας σε κάθε απόφαση που παίρνουν. Εάν οι εχθροί μας βλέπουν τα πλεονεκτήματα της Ελλάδας στην επιχειρησιακή σκηνή όλη την ώρα, ή εάν είναι πεπεισμένοι ότι οι ελληνικές δυνάμεις θα εμφανιστούν στο προσκήνιο χωρίς αποτυχία, κραδαίνοντας αρκετή μαχητική ισχύ για να κερδίσουν μια μάχη – ή να αποτρέψουν τις προσπάθειες τους να κερδίσουν – τότε θα τους αποτρέψουμε. Με αυτές τις σκέψεις απεστάλη η Φρεγάτα στην επιχείρηση ΑΣΠΙΔΕΣ.

-Ποια είναι η γνώμη σας για τον Πόλεμο στην Ουκρανία; σε σχέση και με την χώρα μας; Μήπως η Ελλάδα έχει «εμπλακεί» υπερβολικά πολύ;

Οι στιγμές με τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ταυτόχρονα  ιστορικές και τραγικές, οι δε επιπτώσεις του επηρεάζουν ήδη  ολόκληρο τον κόσμο και την Ευρώπη  και είναι και θα είναι ακόμη χειρότερες μελλοντικά. Ζούμε την αλλαγή του κόσμου όπως τον ξέραμε και των γεωπολιτικών  δεδομένων, όπως ήταν πριν τον πόλεμο της Ουκρανίας.  Θεωρώ  από την αρχή,  ηθικό και επιβεβλημένο χρέος να καταδικάσουμε  κάθε επίθεση και εισβολή οιαδήποτε χώρας, προς μια άλλη και  ότι ο Ελληνισμός έχει ήδη μια χαίνουσα πληγή εισβολής και κατοχής επί 50 χρόνια στην Κύπρο, από την Τουρκία,  που όμως κανείς από το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν το αναφέρει, αφού η  Τουρκία έκανε το ίδιο που έκανε η Ρωσία στην Ουκρανία  και ακόμη ο ίδιος επιθετικός, αναθεωρητικός, προσβλητικός γείτονας, ο επιτήδειος ουδέτερος ακόμη και σήμερα απειλεί με εισβολή και υφαρπαγή μέρους της ελληνικής επικράτειας. Να τονίσουμε, ότι η παραβίαση του διεθνούς δικαίου είναι ανεπίτρεπτη και η εισβολή μιας χώρας εναντίον μιας άλλης πρέπει να καταδικάζεται από ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς περιστροφές και δικαιολογίες, χωρίς βεβαίως και εξαιρέσεις, αν  και τις τελευταίες δεκαετίες είδαμε πολλές εξαιρέσεις, ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο και δη από την ηγεμονεύουσα πλανητική δύναμη, όπου οι παρεμβάσεις της θεωρούνταν καλές και επιβεβλημένες και ήταν για το καλό της ανθρωπότητας.

Η φοβερή γεωπολιτική διελκυστίνδα των πλανητικών δυνάμεων  στον πόλεμο της Ουκρανίας  φθάνει στο κρίσιμο σημείο, που θα πρέπει να μας προβληματίσει και να πάρουμε αποφάσεις. Συνέχιση του πολέμου ή προσπάθεια εύρεσης κάποιας λύσης κοινά αποδεκτής; Είναι πολύ σημαντικό αυτό, καθόσον η συνέχιση του πολέμου, ενδεχομένως να μας οδηγήσει ακόμη και σε γενίκευση και Γ’ παγκόσμιο πόλεμο καθώς και σε χρήση τακτικών ή και στρατηγικών πυρηνικών όπλων, καταστάσεις που θα κάνουν τον παγκόσμιο Αρμαγεδώνα, μια εφιαλτική πραγματικότητα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι η πιο επικίνδυνη διεθνής κρίση από την εποχή της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα το 1962, που μπορεί να καταλήξει ακόμη  και σε παγκόσμιο πόλεμο ή ακόμη και σε πυρηνική αντιπαράθεση  κάτι που απευχόμαστε.

Ο πρόεδρος Μακρόν έριξε την ιδέα καθώς φαίνεται να είναι ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης έτοιμος να σκεφτεί το αδιανόητο στη γεωπολιτική. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι, που κρύβονται από πίσω του, που θεωρούν ότι υστερούν σε σχέση με άλλες κορυφαίες χώρες του ΝΑΤΟ ή της G7 στην αποστολή των πυρομαχικών που χρειάζεται η Ουκρανία.

Η στρατηγική ασάφεια και η στρατηγική διαίρεση είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο μη αποκλεισμός της πιθανότητας να βρεθούν «μπότες στο έδαφος»-όπως περιγραφικά αναφέρουν οι του στρατού ξηράς- εξυπηρετεί το σκοπό της μη χάραξης κόκκινων γραμμών σχετικά με το τι είναι έτοιμοι να κάνουν οι Ευρωπαίοι για να υπερασπιστούν τον εταίρο τους. Ταυτόχρονα, παρέχει μια ανανεωμένη αίσθηση ηγεσίας από την Ευρώπη και τον Macron.

Αλλά όταν άλλοι, θεωρούν ότι η αποστολή στρατιωτών στην Ουκρανία δεν είναι η σωστή απόφαση, η στρατηγική ασάφεια τότε δίνει τη θέση της σε ένα επικίνδυνο σημάδι εσωτερικού διχασμού. Ο Πούτιν, του οποίου η προτιμώμενη εξωτερική πολιτική έναντι της ΕΕ είναι να ενθαρρύνει τις διαιρέσεις μεταξύ των κρατών μελών, πιθανότατα εκτιμά τις διαφορετικές απόψεις για τα μελλοντικά του βήματα στην Ουκρανία.

Ούτε η ΕΕ ούτε το ΝΑΤΟ είναι πιθανό να βρουν συναίνεση για την αποστολή στρατευμάτων στην Ουκρανία. Έτσι, οποιαδήποτε ευρωπαϊκή παρέμβαση όπως της Γαλλίας του Macron μπορεί να γίνει μέσω διμερούς συμφωνίας ή μέσω ενός συνασπισμού προθύμων χωρίς εντολή του ΟΗΕ. Η Ελληνική κυβέρνηση δεν παίρνει θέση επιδεικνύοντας αιδήμονα σιωπή, αναμένοντας τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών, σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Γιατί άραγε;

1. Πως μπορεί αυτό να γίνει σε μια χώρα σε πόλεμο;

2. Θα είναι μια ειρηνευτική αποστολή ή μια αποστολή σταθεροποίησης;

3. Ποιος θα είναι επικεφαλής;

4. Θα μπορούσαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις να ενσωματωθούν στον στρατό της Ουκρανίας ή να εκτελέσουν επιχειρήσεις στα μετόπισθεν, όπως η προστασία εργοστασίων όπλων και υποδομών;

5. Τι οπλισμό θα φέρουν;

6. Με ποιους κανόνες εμπλοκής θα δράσουν εάν δεχτούν ρωσική επίθεση και υφίσταντο απώλειες;

Κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν έχει μελετηθεί ή τεθεί, τουλάχιστον δημόσια. Ωστόσο, ένας αυξανόμενος αριθμός κυβερνήσεων, όπως και η δική μας, δεν αποκλείει πλέον την αποστολή στρατευμάτων. Κάποιοι επιδιώκουν να αποτρέψουν τη Ρωσία από το να πάει πολύ μακριά με «στρατηγική ασάφεια», αλλά ο Πούτιν μπορεί να απαντήσει στη μπλόφα τους. Εμείς στο Συμμετέχω πιστεύουμε ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει πρώτα να συμφωνήσουν στη μακροπρόθεσμη στρατηγική τους για την άμυνα και την υποστήριξη όλων των ευρωπαϊκών λαών, πριν δώσουν στον Πούτιν το δώρο που θα απολαμβάνει περισσότερο.

-Μιας και είστε υποψήφιος στις Ευρωεκλογές, τι θα θέλατε να αλλάξει στην Ευρώπη και αν πιστεύετε ότι έως τώρα η Ευρώπη έχει στηρίξει την Ελλάδα όπως όφειλε ως κράτος-μέλος της στα Εθνικά μας θέματα.

Αυτή η απόφασή μου είναι μια προσέγγιση «βασισμένη στη πρόκληση». Ξεκινά βλέποντας τη συμμετοχή μου ως εγγενή αντιμετώπιση προκλήσεων ή επίλυση προβλημάτων. Ενώ οι άλλοι προσεγγίζουν την εκλογή, σκεπτόμενοι πρώτα τα ενδιαφέροντα ή τους στόχους του κόμματος τους, θεωρώ ότι αυτό είναι ως επί το πλείστον μια μάταιη άσκηση. Οι στόχοι ή τα ενδιαφέροντα που δεν συνδέονται με τις προκλήσεις του πραγματικού κόσμου είναι συνήθως ασαφείς, μη πρακτικοί και άκρως υποκειμενικοί.

Οι συγκρούσεις αυξάνονται στη γειτονιά της ΕΕ στα ανατολικά και στο νότο, η Ρωσία και η Τουρκία εμφανίζουν ολοένα και πιο επεκτατικές τάσεις. Επιπλέον, η Ευρώπη αντιμετωπίζει την ολοένα μειούμενη  υποστήριξη της εξωτερικής πολιτικής επειδή οι ΗΠΑ προσανατολίζονται στον Ινδο-Ειρηνικό και την Κίνα. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ΕΕ ικανή να ενεργεί στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός στόχος, τον οποίο η ΕΕ έχει επίσης υιοθετήσει με την κατευθυντήρια ιδέα της «στρατηγικής αυτονομίας» και της «ευρωπαϊκής κυριαρχίας». Ωστόσο, στην πράξη η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) εξακολουθεί να απέχει πολύ από αυτό που θα περίμενε κανείς από την ΕΕ, δεδομένου του μεγέθους της εσωτερικής της αγοράς και του οικονομικού της βάρους.

Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της ΚΕΠΠΑ κινείται μεταξύ δύο πόλων: Από τη μία πλευρά, υπάρχει η ιδέα της αφαίρεσης της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας από τις δομές της ΕΕ και έτσι να δοθεί στις κυβερνήσεις των κρατών μελών μεγαλύτερο περιθώριο δράσης. Από την άλλη πλευρά, γίνονται προσπάθειες για κοινοτικοποίηση της ΚΕΠΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι τα έργα θα ξεκινούν από την Επιτροπή και θα αποφασίζονται από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο με ειδική πλειοψηφία. Μια μέση οδός θα ήταν να επιτραπεί η λήψη αποφάσεων με επιφύλαξη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Εμείς με την παρουσία μας θα ζητήσουμε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στα θέματα-τουρκικό casus belli, αποχώρηση στρατευμάτων κατοχής από την Κύπρο– και άλλα θέματα που αφορούν το νότο ή να ληφθούν μέτρα ad hoc σε συνασπισμούς διαφορετικών συμφερόντων ή μέσω ενός μόνιμου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας. Η μεταρρύθμιση της ΚΕΠΠΑ θα αποτελέσει σημαντικό θέμα στο εγγύς μέλλον και είναι απαραίτητη η παρουσία ανθρώπων χωρίς εξαρτήσεις που δεν θα επιτρέψουν την έκπτωση από τις κυρίαρχες εθνικές θέσεις.

Με τη συμμετοχή μας στην ΕΕ έχουμε σκοπό να χρησιμοποιήσουμε το παράθυρο ευκαιρίας που θα ανοίξει με την αναθεώρηση της Στρατηγικής Πυξίδας και να επηρεάσει τις διαδικασίες. Συγκεκριμένα, να προβούμε στις παρακάτω ενέργειες:

Να ζητήσουμε να παρουσιάσουν με σαφήνεια τη σημασία του εγγράφου. Αυτό μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά το πιο περίεργο είναι ότι η Στρατηγική Πυξίδα στην καλύτερη περίπτωση ορίζει στόχους και τα μέσα για την επίτευξή τους. Ωστόσο μια πυξίδα μπορεί να βοηθάει να βρεθεί η κατεύθυνση από ένα σημείο σε ένα άλλο, αφήνει ωστόσο ασαφείς τους στόχους της πολιτικής ασφάλειας της ΕΕ.

Να πιέσουμε για αποσαφήνιση της περιφερειακής εμβέλειας της Στρατηγικής Πυξίδας για κατάλληλη ιεράρχηση. Αν ακολουθήσετε την ανάλυση απειλών του εγγράφου και το κεφάλαιο για τις εταιρικές σχέσεις, αναπόφευκτα μένει η εντύπωση ότι η ΕΕ είναι παγκόσμιος πάροχος ασφάλειας. Ωστόσο, οι λειτουργικές παράγωγες δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι το επίκεντρο του εγγράφου είναι ρεαλιστικά στην άμεση ευρωπαϊκή γειτονιά, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ούτε την Κύπρο -έναν εταίρο όπου υπάρχει παράνομη κατοχή στο Βόρειο τμήμα του νησιού- ούτε τις απειλές που επανειλημμένα εκτοξεύει η Τουρκία κατά της Ελλάδας.

Να πιέσουμε για ιεράρχηση και από λειτουργική άποψη των θεμάτων του Ελληνισμού. Δεν έχει γίνει ακόμη σαφές ποια θα είναι, από τη σκοπιά των κρατών μελών, η κεντρική πρόκληση της πολιτικής ασφάλειας των επόμενων ετών, προς την οποία πρέπει πρωτίστως να προσανατολιστεί ο αντίστοιχος σχεδιασμός και από την οποία μπορούν να προκύψουν οι απαιτήσεις ικανότητας. Για εμάς είναι πρωτίστως η διαχείριση κρίσεων στην ευρωπαϊκή περιφέρεια ιδιαίτερα του νότου και στη συνέχεια η προστασία από την ισλαμιστική τρομοκρατία ή άμυνα έναντι της παραπληροφόρησης και των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο.

Τέλος, έχουμε τη βούληση να αγωνιστούμε να παρουσιάσουμε ένα έγγραφο εφαρμογής σχετικά με τα ελληνικά παράγωγα από το σχέδιο Στρατηγικής Πυξίδας. Με αυτόν τον τρόπο, σκεφτόμαστε να υπογραμμίσουμε εξωτερικά τη σοβαρότητά στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τον δικό της σχεδιασμό πολιτικής ασφάλειας προς το συμφέρον της ΕΕ και εσωτερικά να εκφράσουμε την αποφασιστικότητά μας να δώσουμε στο σχέδιο Στρατηγικής Πυξίδας έναν πραγματικά στρατηγικό χαρακτήρα για την ελληνική πολιτική.

Επιμέλεια: Συντακτική Ομάδα Diplomatic Point