Στρατηγική για πιθανό δεύτερο μέτωπο στο ΒΔ Ιράν με χερσαίες επιχειρήσεις

8-3-2026

Γράφει ο Στέλιος Φενέκος, Υποναύαρχος ε.α.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΠΙΘΑΝΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΤΩΠΟ ΣΤΟ ΒΔ ΙΡΑΝ ΜΕ ΧΕΡΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Το τμήμα στρατηγικής ανάλυσης και παιγνίων του Ινστιτούτου Αλέξανδρος Παπανταστασίου, μετά την δήλωση του Τραμπ ότι οι στρατιωτικές ενέργειες θα συνεχιστούν μέχρι “παράδοση άνευ όρων” της κυβέρνησης του Ιράν μαζί με την δήλωση για πιθανές χερσαίες επιχειρήσεις, εξέτασε το ενδεχόμενο ανοίγματος ενός «δεύτερου μετώπου» στα δυτικά σύνορα του Ιράν.
Οι περισσότεροι αναλυτές με γνώση της περιοχής εξετάζουν την πιθανότητα περιορισμένων χερσαίων επιχειρήσεων από κουρδικές οργανώσεις που εδρεύουν στην Αυτόνομη Περιοχή του Κουρδιστάν στο βόρειο Ιράκ προς το βορειοδυτικό Ιράν. Παρά τις πληροφορίες που υπάρχουν περί προετοιμασιών, μια τέτοια εξέλιξη θα αντιμετώπιζε σημαντικά γεωγραφικά, στρατιωτικά και πολιτικά εμπόδια.
Ας δούμε το θέμα συνοπτικά:
Τον Φεβρουάριο του 2026, πέντε βασικές κουρδικές οργανώσεις της ιρανικής αντιπολίτευσης ανακοίνωσαν τη δημιουργία μιας κοινής συμμαχίας με στόχο τον συντονισμό των ενεργειών τους εναντίον της κυβέρνησης του Ιράν.
Υποστήριξαν με ανακοίνωση, ότι το ιρανικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση και κάλεσαν τα μέλη των δυνάμεων ασφαλείας στην περιοχή του ιρανικού Κουρδιστάν να αποστασιοποιηθούν από την κυβέρνηση και να ενταχθούν «στο πλευρό του λαού».
Η έκκληση αυτή είχε στόχο να αποδυναμώσει τις τοπικές δομές ασφάλειας και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για εσωτερική εξέγερση και δημιουργία διοικητικού κενού σε περίπτωση ευρύτερης κρίσης.
Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις κινητοποίησης κουρδικών μονάδων κοντά στα σύνορα. Σε περιοχές της επαρχίας Σουλεϊμανίγια και γύρω από την πόλη Κόγια στο βόρειο Ιράκ αναφέρθηκαν συγκεντρώσεις μαχητών, μετακινήσεις οχημάτων και αυξημένη δραστηριότητα σε στρατόπεδα κουρδικών οργανώσεων. Σε βίντεο στα social media εμφανίζονται μονάδες να φορτώνουν σε ημιφορτηγά πολυβόλα και υλικοτεχνικό εξοπλισμό για επιχειρήσεις σε ορεινό περιβάλλον.
Παράλληλα, υπάρχει αυξημένη αγορά χειμερινών ειδών, καυσίμων και ιατρικού υλικού σε αγορές του Ερμπίλ, υλικό αναγκαίο για δράσεις και παρατεταμένη παραμονή σε δύσβατες περιοχές.
Ωστόσο, η άγρια γεωγραφία της περιοχής αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο περιοριστικό παράγοντα χερσαίων επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας. Στα σύνορα Ιράν με Ιράκ εκτείνεται η βραχώσης οροσειρά Ζάγκρος, μια φυσική αμυντική γραμμή που ιστορικά έχει δυσκολέψει κάθε εισβολή προς το εσωτερικό του Ιράν. Οι κορυφές της ξεπερνούν τα 3.000 μέτρα και οι διαθέσιμες διαδρομές διέλευσης περιορίζονται σε λίγα ορεινά περάσματα, προβλέψιμα για την διέλευση χερσαίων δυνάμεων και μπορούν να ελεγχθούν από αμυνόμενες δυνάμεις.
Το πιθανό πέρασμα του Haji – Omran βρίσκεται στον βόρειο άξονα και συνδέει το Ερμπίλ στο Ιράκ με την πόλη Πιρανσάρ στο Ιράν. Πρόκειται για την πιο βατή διαδρομή προς τις πεδιάδες της επαρχίας Δυτικού Αζερμπαϊτζάν. Ωστόσο, η περιοχή χαρακτηρίζεται από στενά περάσματα και έντονο υψομετρικό ανάγλυφο, καθιστώντας δύσκολη τη μετακίνηση μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών και οχημάτων.
Ένα δεύτερο πιθανό σημείο διείσδυσης είναι ο κεντρικός άξονας Bashmaq – Marivan, που συνδέει τη Σουλεϊμανίγια με την ιρανική επαρχία Κουρδιστάν. Το πέρασμα αυτό θεωρείται κατάλληλο κυρίως για ελαφρύ πεζικό και αντάρτικες μονάδες, καθώς το έδαφος είναι ιδιαίτερα τραχύ και περιορίζει τη χρήση τεθωρακισμένων οχημάτων.
Στον νότιο άξονα βρίσκεται το πέρασμα Parvizkhan προς την περιοχή Κερμανσάχ. Αν και το έδαφος επιτρέπει κίνηση σε μηχανοκίνητες δυνάμεις, η περιοχή προστατεύεται από ισχυρές μονάδες των Φρουρών της Επανάστασης, γεγονός που δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους για μία τέτοια προέλαση.
Η χρήση από τις κουρδικές οργανώσεις (με ενίσχυση από ειδικές δυνάμεις των συμμάχων τους) μικρών ευέλικτων ομάδων μάχης που κινούνται σε ομάδες 10 έως 20 ατόμων, είναι πιο πιθανή. Αυτή η τακτική επιτρέπει μεγαλύτερη κινητικότητα στο ορεινό έδαφος και μειώνει τον κίνδυνο εντοπισμού τους και προσβολής τους από δυνάμεις ασφαλείας, ρουκέτες, βαλλιστικούς πυραύλους και drones. Παράλληλα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ήδη μικρές ομάδες αναγνώρισης κάνουν διεισδύσεις κοντά σε συνοριακές περιοχές για συλλογή πληροφοριών.
Όμως οι στρατιωτικές δυνατότητες των κουρδικών οργανώσεων παραμένουν περιορισμένες αν και διαθέτουν εμπειρία κυρίως σε ανταρτοπόλεμο, επιχειρήσεις παρενόχλησης και τοπικές εξεγέρσεις. Δεν διαθέτουν βαρέα όπλα, ούτε τις απαραίτητες γραμμές ανεφοδιασμού για να διατηρήσουν μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις ή να καταλάβουν μεγάλες πόλεις. Εάν όμως ενισχυθούν από ειδικές δυνάμεις, εξοπλισμό και εφοδιαστική υποστήριξη από τους συμμάχους τους, τότε μπορούν να αποκτήσουν σημαντική ικανότητα επί του πεδίου.
Το Ιράν έχει προετοιμαστεί για τέτοια σενάρια, και έχει αναπτύξει ένα αποκεντρωμένο σύστημα διοίκησης που επιτρέπει στις περιφερειακές μονάδες να επιχειρούν ακόμη και σε περίπτωση απώλειας επικοινωνίας με το κεντρικό επιτελείο. Οι Φρουροί της Επανάστασης επίσης διατηρούν ισχυρή παρουσία στα δυτικά σύνορα και έχουν.
Σε στρατηγικό επίπεδο, ενδεχομένως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να επιχειρήσουν ένα μοντέλο συμπληρωματικών/συνεργατικών δράσεων παρόμοιο με αυτό που εφαρμόστηκε στον πόλεμο στην Συρία.
Η λογική μιας τέτοιας στρατηγικής είναι ο συνδυασμός αεροπορικών πληγμάτων μεγάλης κλίμακας σε κρίσιμες στρατιωτικές και διοικητικές υποδομές στο κέντρο της χώρας, για πλήρη αποδυνάμωση της αμυντικής ικανότητάς της, παράλληλα με την ενθάρρυνση εξεγέρσεων ή ένοπλων κινημάτων στην περιφέρεια.
Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να διασπάσει τις δυνάμεις της σε πολλαπλά μέτωπα, χάνοντας την ικανότητα να ελέγχει αποτελεσματικά την επικράτεια και να αναγκασθεί σε συνθηκολόγηση ή ανατροπή της.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι κουρδικές οργανώσεις θα λειτουργούσαν ως τοπικοί σύμμαχοι στο πεδίο, παρέχοντας πληροφορίες, αναγνώριση στόχων και επιχειρήσεις παρενόχλησης, ενώ η κύρια στρατιωτική πίεση θα ασκούνταν από την ανενόχλητη πλέον αεροπορία, τα βλήματα και τις ειδικές δυνάμεις των συμμάχων.
ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Αν και οι κουρδικές οργανώσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια στρατηγική πίεσης κατά του Ιράν μέσω διεισδύσεων και ανταρτοπόλεμου, εν τούτοις δεν διαθέτουν τις δυνατότητες για μια συμβατική χερσαία εισβολή μεγάλης κλίμακας.
Το πιθανότερο σενάριο θα ήταν μια περιορισμένη εξέγερση χαμηλής έντασης ή επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης στα σύνορα, παρά μια πλήρης στρατιωτική προέλαση προς το εσωτερικό της χώρας.

*Το άρθρο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη