13-2-2025
Γράφει ο Παναγιώτης Γέροντας, Ιστορικός-Συγγραφέας

Πριν ξεκινήσουμε την εξέταση της Ελλάδος ως ναυτικής δύναμης, δέον είναι να ορίσουμε τί είναι μια ναυτική δύναμη. Στα αγγλικά, ίσως λόγω της πλούσιας αγγλοσαξονικής ναυτικής παράδοσης, υπάρχει εννοιολογικός διαχωρισμός στις λέξεις sea, naval και maritime. Το naval power αναφέρεται στις ναυτικές πολεμικές δυνάμεις, στις δυνάμεις λιμενικού και στις ναυτικές πολεμικές εγκαταστάσεις στη ξηρά, όπως άλλωστε και στις δυνάμεις πεζοναυτών. Το sea power στον 19ο αιώνα σχετιζόταν με την ύπαρξη σεβαστής ναυτικής ισχύος, ενώ σήμερα, ταυτιζόμενο με το maritime power αναφέρεται στη δυνατότητα λυσιτελούς χρήσης κάθε πλευράς της θάλασσας και σε αυτή εντάσσεται η διπλωματία, η οικονομία, η πολιτική, όπως επίσης και τα στρατιωτικά μέσα. Οι παραπάνω ορισμοί συνδέονται με το θέμα των θαλάσσιων ζωνών καθώς επίσης και με τις έννοιες «εθνική κυριαρχία» και «κυριαρχικά δικαιώματα».
Όταν λέμε ότι ένα κράτος ασκεί κυριαρχία σε μια περιοχή, εννοούμε ότι ένα συγκεκριμένο κράτος, και μόνον αυτό, έχει τη δυνατότητα να ασκήσει όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες επί της συγκεκριμένης περιοχής. Ως κυριαρχικά δικαιώματα σε μία περιοχή, εννοούμε συγκεκριμένα δικαιώματα που παρέχονται σε ένα κράτος σε αυτήν. Η διαφορά εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων μεταφέρεται στους ορισμούς: αιγιαλίτιδα ζώνη, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Ως αιγιαλίτιδα ζώνη ορίζεται η θαλάσσια εκείνη ζώνη, που εκτείνεται από τις ακτές και στην οποία το κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία. Το κράτος μάλιστα έχει τη νομική δυνατότητα, να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη στα 12 ν.μ. Ως υφαλοκρηπίδα ορίζεται η έκταση του βυθού και του υπεδάφους από το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης και στην οποία το παράκτιο κράτος έχει τα αποκλειστικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης του βυθού και του υπεδάφους. Δύναται να έχει έκταση 200 ναυτικά μίλια (ν.μ.) από την ακτή, αλλά σε κλειστές θάλασσες, με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, απόστασης ίσης και μικρότερης των 400 ν.μ., η υφαλοκρηπίδα δύναται να καθοριστεί μόνον με ειδική συμφωνία και φυσικά δεν είναι δυνατόν να οριοθετηθεί μονομερώς.

Ως Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), νοείται αυτή η θαλάσσια ζώνη από το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης, στην οποία το παράκτιο κράτος έχει τα αποκλειστικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης στο υπέδαφος, στο βυθό, καθώς και στη θαλάσσια κολώνα (π.χ. αλιεία) πάνω από τον βυθό και στην επιφάνεια της θάλασσας. Και η ΑΟΖ δύναται να έχει απόσταση από την ακτή 200ν.μ. Για παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές, ισχύουν οι ίδιοι περιορισμοί με την υφαλοκρηπίδα και ορίζεται κατόπιν συμφωνίας με τρίτα κράτη και δεν οριοθετείται μονομερώς ακόμη και σε θαλάσσιες περιοχές που η γεωγραφική έκταση το επιτρέπει. Στην ΑΟΖ τρίτα κράτη έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, υπερπτήσης και τοποθέτησης υπογείων καλωδιών και αγωγών. Στην αιγιαλίτιδα ζώνη, ένα πλοίο μπορεί να πλεύσει, μόνον, υπό το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης.
Και μόνο από τους παραπάνω ορισμούς, διαφαίνεται ότι η κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα στις θάλασσες είναι ένα ζωτικό ζήτημα για τα κράτη καθώς συνδέονται με ένα πλήθος οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως η μεταφορά ενέργειας, η εξόρυξη πλουτοπαραγωγικών πηγών, η αλιεία, η εμπορική ναυτιλία, οι μεταφορές, ο τουρισμός και άλλες. Είναι ζωτικής σημασίας ζήτημα για τα παράκτια κράτη να ασκούν αποτελεσματικά τη κυριαρχία και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα. Για τον λόγο αυτόν, οι ναυτικές δυνάμεις ενός κράτους πρέπει να ευρίσκονται σε στενή συνεργασία με άλλα στοιχεία της χώρας όπως η εμπορική ναυτιλία, η ναυπηγική βιομηχανία, οι επιστημονικοί θεσμοί και πανεπιστήμια, οι εταιρείες εξόρυξης και έρευνας και άλλοι δημόσιοι ή ιδιωτικοί οργανισμοί που συνεργάζονται με το κράτος.
Οι ναυτικές επιχειρήσεις που εξασφαλίζουν τη ναυτική κυριαρχία ενός κράτους σχετίζονται με την εσωτερική ασφάλεια, τη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της χώρας στη θάλασσα, την επιβολή των ναυτικών συνθηκών και την ανθρωπιστική βοήθεια και την ανακούφιση από καταστροφές. Μέσα σε αυτά εντάσσονται η έρευνα και διάσωση, ο τελωνειακός και συνοριακός έλεγχος, η αποτροπή και ο έλεγχος της ρύπανσης της θάλασσας, οι υδρογραφικές και ωκεανογραφικές έρευνες και φυσικά η προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους με τη προβολή ναυτικής ισχύος. Είναι βασικό να τονιστεί ότι η έλλειψη ναυτικής κυριαρχίας επηρεάζει τη ζωή του μέσου πολίτη, αφού στερεί οικονομικούς πόρους από το κράτος που θα διέθετε ένα μέρος τους στη κοινωνία, ενώ η έλλειψη αυτή είναι δυνατόν να μεταφραστεί ακόμη και ως αδυναμία προστασίας των οικονομικών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τη θάλασσα.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδος επιτάσσει στο να λειτουργεί αυτή ως περιφερειακή ναυτική δύναμη. Ως προεξέχουσα χώρα της Ακτογραμμής (Rimland) και ιδιαίτερα της ευαίσθητης αυτής περιοχής που συνδέει τη Δύση με την Ανατολή, η γεωπολιτική και γεωστρατηγική της μοίρα έχει σχεδόν σφραγιστεί από αυτήν την αναγκαιότητα. Η Ανατολική Μεσόγειος διαπλέεται από τις παρακάτω εμπορικές οδούς. Η πρώτη ενώνει τον Ινδικό και κατ’ επέκταση τον Ειρηνικό Ωκεανό δια μέσου των στενών του Bab-el-Mandeb ή «Πύλη των Δακρύων», και του Σουέζ με την Μεσόγειο και τη Δύση. Η δεύτερη, από την Ουκρανία δια μέσου των Στενών των Δαρδανελίων προς το Αιγαίο και από εκεί στην Μεσόγειο, είχε πάντα ξεχωριστή σημασία για την τροφοδοσία του κόσμου ήδη από την αρχαία εποχή αλλά σήμερα απέκτησε ιδιαίτερη φήμη και στον απλό κόσμο λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Σε αυτό το σημείο η Ιστορία είναι σε θέση να μας διαφωτίσει.

Η Αθηναϊκή Ηγεμονία ήταν ακλόνητη όσο ήλεγχε αυτή την “οδό των τροφίμων” από τη Κριμαία δια μέσου των Στενών. Μόλις διακόπηκε όμως η τροφοδοσία με τη νίκη του Λυσάνδρου στους Αιγός Ποταμούς, οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Η σημασία της οδού των σιτηρών έγινε αργότερα αντιληπτή από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας που εγκατέστησε προγεφύρωμα στην ασιατική ακτή υπό τον Παρμενίωνα. Η σημασία της οδού αυτής διεφάνη και στον Μεσαίωνα με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία να συνεχίζει να τροφοδοτείται από τα σιτηρά της Ουκρανίας, ιδιαίτερα όταν χάθηκε η Αίγυπτος από τους Άραβες. Η Ρωσική Αυτοκρατορία ήλεγξε τελικά τα σιτηρά με αντίτιμο την ανάγκη προς επέκταση προς τις θερμές θάλασσες προς έλεγχο των εμπορικών οδών.
Κεντρική θαλάσσια περιοχή στον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου είναι το Αιγαίο. Οι Μινωίτες Κρήτες το έθεσαν πρώτοι υπό έλεγχο και όπως μας παραδίδει ο Θουκυδίδης ήταν οι πρώτοι που καταπολέμησαν την πειρατεία. Στην συνέχεια, οι Μυκηναίοι για τον έλεγχο του Αιγαίου αλλά και της οδού των τροφίμων επιτέθηκαν και κατέλαβαν την Τροία. Οι Αρχαίοι Αθηναίοι έφτασαν στο σημείο να ελέγχουν και τις δυο πλευρές του Αιγαίου, τα νησιά και τη Κύπρο με τις νίκες του στρατηγού Κίμωνα. Η διάθεσή τους για τον έλεγχο ήταν τόσο ολοκληρωτική που δεν ήταν σε θέση να ανεχθούν την ουδετερότητα των Μηλίων.
Η σημασία του Αιγαίου ήταν ζωτική και για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά από σκληρές συγκρούσεις κατάφερε να περιορίσει τους Άραβες στην Μεσόγειο. Η οπισθοχώρηση των Αράβων απελευθέρωσε το πεδίο για την ανάπτυξη του εμπορίου. Δυστυχώς το κρατικά διευθυνόμενο εμπόριο της Αυτοκρατορίας δεν μπόρεσε να εκμεταλλευθεί αυτή την ευκαιρία. Το κενό το γέμισαν οι δραστήριοι Ιταλοί έμποροι που αργά και αθόρυβα για πολλούς αιώνες εκτόπιζαν τον βυζαντινό εμπορικό στόλο. Η μείωση του εμπορικού στόλου δεν ανησύχησε τους Βυζαντινούς έγκαιρα. Τούς έφτανε που πληρώνονταν οι δασμοί και τα διόδια και έμπαιναν χρήματα στο δημόσιο ταμείο. Αυτό το δυτικό εμπόριο είναι που έδωσε και την στρατιωτική ισχύ στην Βενετία και τις άλλες ιταλικές πόλεις.
Παράλληλα, η Αυτοκρατορία παραμελούσε σε τραγικό βαθμό τον πολεμικό της στόλο. Συνέπεια αυτού είναι ότι οι Βυζαντινοί αναζητούσαν την απαραίτητη ναυτική στήριξη από την Βενετία και τις άλλες ιταλικές πόλεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός που είχε ως στόχο την ανασύσταση του μεγαλείου της Αυτοκρατορίας σε όλη την Μεσόγειο, είχε παραμελήσει τόσο πολύ τον βυζαντινό στόλο που πρακτικά αυτός δεν υπήρχε. Τελικά, η λανθασμένη ναυτική και οικονομική πολιτική είναι αυτή που εξόντωσε το Βυζάντιο. Όταν τελικά η ανατολική ακτή του Αιγαίου χάθηκε, γέμισε με πειρατικά μουσουλμανικά κράτη που λυμαίνονταν όλη την ανατολική Μεσόγειο.
Στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία η Ελλάδα προχώρησε με αξιώσεις στο να καταστεί η περιφερειακή δύναμη που θα ασκούσε αποφασιστικά τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Αδέξιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί χειρισμοί ωστόσο ακύρωσαν τις προσδοκίες αυτές και η Τουρκία μετά και τη σύμβαση του Μοντρέ (20 Ιουλίου 1936) κατέστη ο ελεγκτής των Στενών διευθύνοντας τη κυκλοφορία εμπορικών και πολεμικών σκαφών από και προς τον Εύξεινο Πόντο. Στη μεταπολεμική εποχή, οι ΗΠΑ προσπαθώντας να κρατήσουν ενιαία τη «νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ» επιχείρησαν να κρατούν σε ισορροπία τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η Τουρκία έχει θέσει σε κεντρικό σημείο της στρατηγικής της επικοινωνίας τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» που ουσιαστικά διχοτομεί το Αιγαίο Πέλαγος και προορίζει για τουρκική εκμετάλλευση το μεγαλύτερο μέρος των υδάτων από τη περιοχή της Κύπρου μέχρι και ανοικτά της Λιβύης. Το καθεστώς κρίσης – έντασης που επικράτησε για τρεις μήνες το 2020 με τον προκλητικό πλου του Oruc Reis, η εμπλοκή της Τουρκίας στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης και η δημιουργία μόνιμης ναυτικής δύναμης, η υπογραφή του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, η υποβολή στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ των εξωτερικών ορίων της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, οι συνεχείς παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου από αεροσκάφη της Τουρκικής Αεροπορίας και τέλος οι συνεχείς επιθετικές ψυχολογικές επιχειρήσεις της Τουρκίας δια μέσου των δηλώσεων του ίδιου του προέδρου Ερντογάν και κορυφαίων Τούρκων αξιωματούχων, δηλώνουν με τον πιο έντονο και κατηγορηματικό τρόπο ότι οι προθέσεις της Τουρκίας απέχουν πόρρω από την αποκλιμάκωση με τον συνακόλουθο σεβασμό της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Αυτή την περίοδο, η Ελλάδα έχει μια ιστορική ευκαιρία στο ανατρέψει εις βάρος της καταστάσεις που δημιουργήθηκαν από ολιγωρίες του παρελθόντος και από την εσωστρέφεια που επεβλήθη κατά ένα μεγάλο μέρος από τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε η χώρα μας τη δεκαετία που μας πέρασε. Η στρατηγική σχέση με την Αίγυπτο και το Ισραήλ μεγιστοποιεί το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Χώρας, μια σχέση που εν πολλοίς δημιουργήθηκε ως αντίδραση στην αναθεωρητική στάση της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή.
Τονίζεται ιδιαίτερα ότι η Τουρκία έχει ιδεολογικούς – πνευματικούς λόγους για να υπερασπίζεται τους απανταχού μουσουλμάνους αλλά και έναν ιδιαίτερο λόγο στη Μέση Ανατολή. Έχουν κυκλοφορήσει χάρτες στο διαδίκτυο που δείχνουν προτεινόμενη υπογραφή συμφωνίας ΑΟΖ μεταξύ ενδεχόμενου παλαιστινιακού κράτους και Τουρκίας με σημείο εκκίνησης τη Γάζα και με διαγώνιες γραμμές όπως ακριβώς το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Η Ελλάδα έχει κεντρική θέση σε τρία γεωπολιτικά δαχτυλίδια. Το στενότερο είναι αυτό του Αιγαίου. Ο έλεγχος των Στενών καθίσταται άχρηστος χωρίς τον έλεγχο του Αιγαίου. Το αμέσως επόμενο είναι αυτό της Ανατολικής Μεσογείου που εκκινεί από το Ισραήλ διαπερνά τη Κύπρο και την Αίγυπτο. Το μεγαλύτερο είναι εκείνο της μικρής Rimland που τείνει να δημιουργηθεί από την Ελλάδα στην αραβική θάλασσα και από εκεί στην Ινδία.

Η Ελλάδα ως εκ τούτου δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταστεί μία σημαντική ναυτική δύναμη του περιφερειακού συστήματος με τις ακόλουθες ενέργειες:
-με τη διατήρηση ισχυρού πολεμικού στόλου.
-Με τη ανάπτυξη διακρατικών συνεργασιών που θα προάγουν το στρατηγικό συμφέρον όλων των συμβαλλόμενων μερών. Οι συνεργασίες αυτές προάγουν την ασφάλεια, την έρευνα, την οικονομία, ενώ παράλληλα προασπίζουν την εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα των συμβαλλόμενων κρατών. Είναι εξαιρετικά σπάνιο έως αδύνατο μια χώρα να απολαμβάνει την απομόνωσή της στη θάλασσα, ιδιαίτερα στη Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή που ένα πλήθος κρατών διεκδικεί ένα «μερίδιο στη πίτα». Για αυτό τον λόγο, τα παράκτια κράτη αναγκάζονται να προχωρήσουν σε συνεργασίες και συμμαχίες εξισορρόπησης ισχύος.
-Με την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, οι οποίες θα μεγιστοποιούν την απόδοση του υλικού με την όσο το δυνατόν μειωμένη χρήση προσωπικού. Η αιχμή του δόρατος είναι βέβαια τα drones. Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία χρησιμοποιεί ένα μείγμα υβριδικών και στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλο το ελληνοτουρκικό θέατρο επιχειρήσεων που ξεκινά από τη Θράκη και καταλήγει στη Κύπρο. Περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος αποτελούν το Αιγαίο και όλη η Ανατολική Μεσόγειος τουλάχιστον από τα ανοικτά της Λιβύης μέχρι και την Κύπρο. Δείγμα αυτής της χρήσης είναι η μαζική εισβολή λαθρομεταναστών στον Έβρο, η συνεχής και καθοδηγούμενη ροή λαθρομεταναστών προς τα νησιά του Αιγαίου, οι συνεχείς υπερπτήσεις αεροσκαφών της Τουρκικής Αεροπορίας, οι παρενοχλήσεις Ελλήνων ψαράδων και η πρόκληση δυσχερειών, ή και άρνηση ενεργειών έρευνας και διάσωσης από τις ελληνικές Αρχές.
Το Θέατρο Επιχειρήσεων του Αιγαίου Πελάγους παρουσιάζει αρκετές επιχειρησιακές δυσχέρειες που έχουν να κάνουν με το πλήθος των νησιών και των βραχονησίδων επί των οποίων η Ελλάδα θα κληθεί να υπερασπιστεί την εθνική της κυριαρχία. Επιπρόσθετα, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ευρίσκονται πλησίον των τουρκικών ακτών, ενώ ταυτόχρονα απέχουν από το εθνικό κέντρο. Παράλληλα, η αναδιάταξη του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, με την ενίσχυση παρουσίας πολλών και σημαντικών ναυτικών δυνάμεών του, στις ναυτικές βάσεις της Σμύρνης και του Ακσάζ, μειώνουν έτι περαιτέρω τον ήδη μικρό διαθέσιμο χρόνο αντίδρασης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Επιπρόσθετα, εκτιμάται ότι η δράση της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας θα συνδράμει ουσιαστικά τις επιχειρήσεις του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, λόγω της εγγύτητας των τουρκικών αεροπορικών βάσεων με το Θέατρο Επιχειρήσεων του Αιγαίου Πελάγους.
Συνάγεται από τα ανωτέρω, ότι υπάρχει ζωτικής σημασίας ανάγκη για συνεχή επιτήρηση όλου του Θεάτρου Επιχειρήσεων του Αιγαίου Πελάγους. Αυτή η συνεχής ανάγκη επιτήρησης, η οποία πραγματοποιείται ακατάπαυστα από μονάδες του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, προκαλεί δυσανάλογο κόστος προς τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Επίσης, η πιθανότητα άσκοπων θυσιών προσωπικού και υλικού, ή ακόμη και η ενδεχόμενη αιχμαλώτιση προσωπικού των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από τις τουρκικές, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην εθνική προσπάθεια. Δοθείσης αυτής της κατάστασης, γίνεται εμφανές ότι το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό θα κληθεί να επιτηρήσει τακτικά όλο αυτό το πεδίο, οπότε είναι αναγκαίο να βρεθούν τρόποι ενέργειας αποδοτικοί, που να συνδυάζουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, με το χαμηλό κόστος, και τις μικρές θυσίες σε έμψυχο δυναμικό και υλικό. Τα drones έχουν την ικανότητα να πραγματοποιούν επιχειρήσεις επιτήρησης αλλά και επιθετικού χαρακτήρα με συγκριτικά μικρές θυσίες.
-διατήρηση, προστασία και επέκταση του ελληνόκτητου εμπορικού στόλου. Η Ελλάδα δεν είναι δυνατόν να παραμένει απαθής, όταν θίγονται τα συμφέροντα και οι δράσεις του ελληνόκτητου εμπορικού στόλου. Η Εμπορική Ναυτιλία είναι ένας σημαντικός οικονομικός πνεύμονας για τη χώρα, ενώ αποτελεί και παράγοντα ισχύος ελέγχοντας το μεγαλύτερο μέρος των θαλασσίων μεταφορών. Η περιστολή και καταστολή της πειρατείας και της καταδρομής, παρά τα νομικά κενά της UNCLOS που δυσχεραίνουν το έργο, οφείλουν να είναι πυλώνας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
-Προβολή του ναυτικού πολιτισμού και της ναυτικής επιστήμης. Η χώρα μας οφείλει να προάγει τη ναυτική της παράδοση τόσο με τη προβολή της ναυτικής και ναυτιλιακής ιστορίας δια μέσου των ναυτικών μουσειακών ιδρυμάτων όσο και με την προώθηση διεθνών συνεργασιών με χώρες που μοιράζεται κοινή ναυτική παράδοση. Τέτοιες χώρες είναι ασφαλώς η Αίγυπτος, οι χώρες της Μέσης Ανατολής, η Ινδία και από τα δυτικά η Ιταλία, η Γαλλία και η Ισπανία. Η προώθηση ενός μεσογειακού και ανατολικού θαλάσσιου πολιτισμού θα ενισχύσει την ήπια ισχύ της χώρας. Κεντρικό σημείο σε αυτή τη πολιτική οφείλουν να έχουν τα Πανεπιστήμια με τη δημιουργία κοινών εκπαιδευτικών προγραμμάτων και ανταλλαγές προσωπικού και φοιτητών. Η ανάπτυξη της φιλίας και της συνεργασίας, αν έχει ως επίκεντρο την Ελλάδα, θα δημιουργήσει θαυμασμό και σεβασμό στη διεθνή εικόνα της χώρας. Θα δημιουργηθούν ειλικρινείς φίλοι του Ελληνισμού στα κράτη της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, του Ινδικού Ωκεανού και γιατί όχι, ακόμη και της Άπω Ανατολής.
Στη Ναυτική Επιστήμη εντάσσονται η ναυτιλία, η ναυσιπλοΐα, η γεωγραφία, η υδρογραφία, η μετεωρολογία, η ωκεανογραφία, η θαλάσσια μηχανική, η ναυτιλιακή νομοθεσία, το Δίκαιο της Θάλασσας κ.α. Η Ναυτική Επιστήμη έρχεται ως ένας σημαντικός αρωγός στην ανάπτυξη του γεωπολιτικού, γεωστρατηγικού και γεωοικονομικού αποτυπώματος μιας χώρας. Πολύ περισσότερο, όταν η γνώση προκύπτει μέσα από συνεργασίες με άλλα κράτη και φορείς. Είναι εξόχως σημαντικό ότι η Ελλάδα είναι από τα ιδρυτικά μέλη του Διεθνούς Υδρογραφικού Οργανισμού.
Εν κατακλείδι η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να είναι μια σημαντική ναυτεμπορική δύναμη. Το επιτάσσει η θέση της αλλά και η αδυναμία της να είναι μια χερσαία δύναμη. Η Ελλάδα είναι μία θάλασσα που τυγχάνει να έχει στεριά.
Δημοσιεύεται στο methormisakathektou.blog
