24-9-2023
Γράφει ο Ευθύμιος Πέτρου, Δημοσιογράφος

«Πυκνώνουν τον τελευταίο καιρό οι φωνές που επικαλούνται την «λογική» προτείνοντας διάφορους τρόπους συμβιβαστικής αντιμετωπίσεως του τουρκικού επεκτατισμού. Προφανώς όσοι υποστηρίζουν αυτήν την «λογική» είναι είτε παντελώς αδαείς στα ζητήματα των διεθνών σχέσεων είτε έχουν ιδιαιτέρως στρεβλή αντίληψη για αυτά. Η λογική αυτή επιβάλλεται προκειμένου να επιτευχθεί μια συνδιαλλαγή με κάποια χώρα που έχει και αυτή την πρόθεση να επιδείξει την ίδια λογική προκειμένου να επιτευχθεί διευθέτησις κάποιων θεμάτων.
Στην περίπτωση της Τουρκίας, όπου δεν υπάρχει λογική αλλά μόνον αρπακτική διάθεση και όπου δεν υπάρχει πρόθεση συνδιαλλαγής αλλά μόνον επιβολής με την άσκηση βίας ή υπό την απειλή βίας, είναι εκτός πραγματικότητος να υποστηρίζουν κάποιοι ότι μπορεί να βρεθεί λύση αναγνωρίζοντας ότι και η χώρα αυτή έχει κάποια «δικαιώματα» στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο».
Οι γραμμές αυτές θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί χθες. Εγράφησαν όμως στις 23 Φεβρουαρίου του 2020! Και η ανάγνωσίς τους οδηγεί αφεύκτως στο συμπέρασμα, ότι στα χρόνια που πέρασαν τίποτε δεν έχει αλλάξει. Απλώς η φρασεολογία έγινε πιο κυνική. Παραδέχεται ο Έλλην Πρωθυπουργός ότι «συζητάμε μακροχρόνιες εδαφικές διαφορές και εδαφικές δυσκολίες»; Έχουμε «εδαφικές διαφορές»; Και τι σημαίνει «εδαφικές δυσκολίες»;
Πιστεύαμε ότι μοναδική μας διαφορά με την Τουρκία ήταν η οριοθέτησις υφαλοκρηπίδος η οποία συμφώνως προς την παγία πολιτική της Ελλάδος πρέπει να ταυτίζεται με την ΑΟΖ αλλά με τα όρια του FIR στον αέρα. Άλλαξε κάτι όσον αφορά στις θέσεις αυτές; Παύσαμε να υποστηρίζουμε την θεμελιώδη αρχή ότι «δεν διεκδικούμε αλλά και δεν παραχωρούμε» ούτε χιλιοστό ελληνικής γης (και θαλάσσης και αέρος) ούτε το ελάχιστο της κυριαρχίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Θα μπορούσε βεβαίως κάποιος κακόπιστος να αναρρωτηθεί αν αυτή η άκαμπτος τακτική των τελευταίων δεκαετιών οδήγησε το έθνος σε κάποιο κέρδος. Προφανώς και μια τέτοια θεώρησις θα προήρχετο μόνον από πρόσωπο που στερείται κλασσικής παιδείας και δεν έχει γνώση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Διότι αν είχε διαβάσει τον Α’ Ολυνθιακό του Δημοσθένους, ο οποίος διετείνετο ότι «το φυλάξαι τ’ αγαθά χαλεπώτερον του κτήσασθε». Επί 50 χρόνια λοιπόν περίπου, από τότε που η βάρβαρη εισβολή στην Κύπρο οριοθέτησε την νέα εποχή στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις η Ελλάς κατόρθωσε να «φυλάξει τ’ αγαθά». Να διαφυλάξει την εθνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, το έδαφος, τα χωρικά μας ύδατα, τον εναέριο χώρο μας, το FIR Αθηνών και τις ζώνες ευθύνης ερεύνης-διασώσεως. Χρειάσθηκε να πετάξουν τα μαχητικά μας χιλιάδες ώρες, να πλεύσουν πολεμικά καράβια μας χιλιάδες μίλια, να πέσουν σε συνθήκες μάχης αξιωματικοί όλων των κλάδων των Ενόπλων μας Δυνάμεων για να διαφυλαχθούν αυτά «τ’ αγαθά» τα οποία οι προπάτορές μας εξησφάλισαν με αίμα.
Αυτό ήταν το τίμημα για όλα αυτά που προαναφέραμε αλλά κυρίως για ένα αγαθό που ξεφεύγει από την σφαίρα του κόσμου τούτου. Την εθνική αξιοπρέπεια. Είναι αυτή μια έννοια οικεία στους μετέχοντες της ελληνικής παιδείας. Και διερωτώμεθα τώρα κατά πόσον μετέχουν της παιδείας αυτής άνθρωποι που εμφανίζονται πρόθυμοι να υποχωρήσουν απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα ή που προτείνουν ελαφρά τη καρδία την αποδόμηση του αμυντικού μας συστήματος, δια της καταργήσεως της στρατιωτικής θητείας των νέων.
Θα τονίσουμε λοιπόν ότι η κοινή λογική υποδεικνύει ότι η Ελλάς έχει δύο δρόμους μπροστά της. Ο ένας είναι αυτός της υποχωρητικότητος για την οποία κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι η «ενδεδειγμένη». Η κατάληξις σε αυτήν την περίπτωση θα είναι να γίνουμε ένα αναξιοπρεπές κράτος, που πριν κάνει κάθε του κίνηση θα κοιτάζει με δέος προς την Άγκυρα. Ο άλλος δρόμος, είναι η προετοιμασία για πόλεμο. Διότι αυτή είναι η ασφαλέστερη οδός αποφυγής του. Και αν πράγματι ενδιαφέρονταν για την ειρήνη αυτοί που φρικιώντες προβάλλουν το τετριμμένο πλέον: «και τι να κάνουμε; πόλεμο;», θα έπρεπε να υπερθεματίζουν στην προτροπή να ετοιμαζόμαστε για πόλεμο.
Η Τουρκία έχει αποδείξει ότι είναι χώρα θρασύδειλη. Θα έπρεπε μέχρι σήμερα αυτό να το έχουμε εμπεδώσει. Δυστυχώς όμως δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο. Οι κυβερνήσεις μας συμπεριφέρονται στην Άγκυρα σαν να ήταν μια φυσιολογική χώρα. Πόσα ακόμη θα πρέπει να κάνει για να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι. Πόσες φορές πρέπει να δείξει ο Ερντογάν την περιφρόνησή του προς αυτό που ονομάζουμε «διεθνή νομιμότητα» για να το πάρουμε απόφαση ότι η επίκληση του διεθνούς δικαίου δεν αρκεί για να τον σταματήσουμε; Και πότε επί τέλους θα συνειδητοποιήσουμε ο διάλογος δεν μπορεί να γίνεται άνευ όρων, μόνο και μόνο επειδή το θέλουν κάποιοι «σύμμαχοι» ή άσπονδοι φίλοι;
Η πρότασίς μας είναι απλή. Ας αποσύρει η Τουρκία το μνημόνιο με την Λιβύη και ας παραιτηθεί της απαιτήσεως για διεθνή αναγνώριση του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους και μετά να δεχθούμε να συζητήσουμε την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος. Και ας καταστήσουμε σαφές προς κάθε κατεύθυνση ότι αυτοί είναι οι όροι μας, τονίζοντας πως είναι των Τούρκων η ευθύνη αν δεν τους αποδεχθούν. Αποκλειστικά δική τους είναι άλλωστε η ευθύνη για όλες τις ελληνο-τουρκικές εντάσεις των τελευταίων 50 ετών. Αλλά και αυτό ακόμη έχουμε αποτύχει να το αναδείξουμε.
Δημοσιεύεται στην ΕΣΤΙΑ
*Το άρθρο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη
